Η Αριστερά στη Τουρκία τη δεκαετία του 90′

Posted: June 8, 2010 in Κοινωνικά κινήματα σήμερα-Bugünkü toplumsal hareketleri
Tags: ,

AΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ
Η γνωστή-άγνωστη τουρκική αριστερά

Οργανώνονται σε συνδικάτα, κινήσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, φοιτητικές ομάδες και πολιτικά κόμματα. Ονειρεύονται ένα καλύτερο μέλλον, χωρίς κρατική τρομοκρατία, ρατσισμό κι εξαθλίωση. Τα ελληνικά ΜΜΕ συνήθως απαξιούν ν’ ασχοληθούν μ’ αυτούς τους άλλους Τούρκους, που διαψεύδουν τα στερεότυπα που μάθαμε στο σχολείο. Ο “Ιός” πήγε στην Κωνσταντινούπολη και μίλησε με τη Νέα Αριστερά της γειτονικής μας χώρας. Την τόσο κοντινή μας, μα τόσο άγνωστη…
 

Επαναστατικοί δρόμοι στην Πόλη του ’90

Τα μέτρα ασφαλείας στην οδό Ιστικλάλ χτυπούσαν αμέσως στο μάτι: περιπολικά, κρανοφόροι, ασφαλίτες με πολιτικά, αστυφύλακες της εθνικής και της δημοτικής αστυνομίας. Σάββατο πρωί, 11 Ιανουαρίου. Στο χώρο μπροστά στο λύκειο του Γαλατασεράϊ, η εβδομαδιαία συγκέντρωση των συγγενών των “αγνοουμένων” της Τουρκικής Δημοκρατίας πραγματοποιείται για 86η φορά. Είναι οι “μητέρες του Σαββάτου”: γυναίκες νέες ντυμένες ευρωπαϊκά, μαυροντυμένες γιαγιάδες, κούρδισσες με τη χαρακτηριστική ενδυμασία των υψιπέδων της Ανατολίας… Τριγύρω οι συμπαραστάτες: νεαρά παιδιά οι περισσότεροι, μέλη οργανώσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα αλλά και ριζοσπαστικών πολιτικών ομάδων. Στο κέντρο της σκηνής, φωτογράφοι κι οπερατέρ συνωθούνται για μια καλή εικόνα. Μιλάει η μητέρα του Μετίν Γκιόκτεπε, του 27χρονου δημοσιογράφου της αριστερής “Εvrensel” που πέρυσι τέτοιες μέρες βρήκε το θάνατο στα χέρια της αστυνομίας: “Οι δολοφόνοι του παιδιού μου κυκλοφορούν ακόμη ελεύθεροι”. Τα ονόματά τους έχουν δοθεί επισήμως στη δημοσιότητα, η δίκη πρόκειται να γίνει στα βάθη της ενδοχώρας. “Ο γιός μου σκοτώθηκε εδώ, εδώ να δικαστούν κι αυτοί. Ζητάμε δικαιοσύνη”. Ο νεαρός φοιτητής που μας μεταφράζει δεν έχει ακόμα κλείσει τα είκοσι. Είναι οι μέρες της κρίσης των πυραύλων στην Κύπρο, τα καθωσπρέπει ΜΜΕ διαλαλούν πρωτοσέλιδα την “ελληνική επιθετικότητα”, όμως αυτός χαίρεται που μας γνωρίζει: δεν είμαστε ο εχθρός, αλλά η επαφή με τον έξω κόσμο – με την Ευρώπη που πρέπει να μάθει, να ενδιαφερθεί, να πάψει να υποκρίνεται γι’ αυτό που γίνεται εδωπέρα. Η συγκέντρωση τελειώνει. Υψωμένες γροθιές δίνουν το σύνθημα για την αποχώρηση.
Η Ενωση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (IHD) ιδρύθηκε τον Ιούλιο του 1986, στη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας. “Το σημαντικότερο πρόβλημα της εποχής”, μας θυμίζει η πρόεδρος του παραρτήματος Κωσταντινούπολης, Νιμέτ Τανρουκουλού, “ήταν η ύπαρξη δεκάδων χιλιάδων πολιτικών κρατουμένων κι η εκτεταμένη χρήση βασανιστηρίων από τα σώματα ασφαλείας”. Εκτοτε ο αριθμός των πρώτων μειώθηκε με τη χορήγηση της αμνηστίας του 1990, όμως τα βασανιστήρια εξακολουθούν ν’ αποτελούν ζοφερή πραγματικότητα. Ο απολογισμός της ΙΗD για το 1996 αποτυπώνει ανάγλυφα τις συνθήκες κάτω από τις οποίες μάχονται τα δημοκρατικά κινήματα της γειτονικής μας χώρας: 70 νεκροί υπό “ανεξακρίβωτες συνθήκες”, 179 φόνοι στη διάρκεια κράτησης, 326 καταγγελίες βασανιστηρίων, 21 θανατηφόροι ξυλοδαρμοί φυλακισμένων, 107 απαγορεύσεις εντύπων κι οργανώσεων, 183 κατασχέσεις εντύπων, 379 συλλήψεις δημοσιογράφων, 208 “εξαφανίσεις” μέσα στους πρώτους 11 μήνες του χρόνου… Αυτή η τελευταία πρακτική προκαλεί και τις περισσότερες ανησυχίες για το μέλλον. “Πριν το 1990 είχαμε μεμονωμένες εξαφανίσεις αντιφρονούντων. Σήμερα, έχουν γίνει πιά μαζικό φαινόμενο”. Σαν τις χώρες της Λατινικής Αμερικής πριν από είκοσι χρόνια. Από κεί (Αργεντινή) ήρθε και το πρότυπο για το κίνημα της Τουρκίας, κίνημα που διαρκώς διευρύνεται: “Το 1986 η ΙΗD ιδρύθηκε από μόλις 96 άτομα. Σήμερα είμαστε περισσότεροι από 100.000, με 58 παραρτήματα σε όλη τη χώρα. Βέβαια, οι συνθήκες διαφέρουν από τόπο σε τόπο. Αν είναι δύσκολο να δουλέψει κανείς σε μια μεγάλη πόλη σαν την Ισταμπούλ, τα πράγματα είναι πολύ δυσκολότερα στο Κουρδιστάν. Εδώ δουλεύουμε ως τις 9 το βράδυ, εκεί κλείνουν τα γραφεία για λόγους ασφαλείας από τις 4″…

Το εργατικό κίνημα της Τουρκίας είναι ο μεγάλος απών από τις σελίδες των ελληνικών ΜΜΕ. Κι όμως… Τσακισμένο από τη χούντα των στρατηγών μετά το 1980, ανασυγκροτήθηκε επιδεικνύοντας αξιοθαύμαστο δυναμισμό στα τέλη της δεκαετίας. Το 1989 ήταν η χρονιά των μεγάλων απεργιών, με την πρωτοβουλία επιτροπών που συγκροτούνταν σε συνθήκες ημιπαρανομίας στους χώρους εργασίας. Η κορύφωση ήρθε το 1991, με τη μεγάλη απεργία στα ορυχεία του Ζονγκουλντάκ και την πορεία των εργατών προς την πρωτεύουσα. Η κυβέρνηση υποχώρησε στα μισθολογικά αιτήματα των απεργών, αρνήθηκε ωστόσο να συμβιβαστεί στο ζήτημα του κλεισίματος των “αντιπαραγωγικών” στοών. Από το 1990 και μετά τη σκυτάλη παίρνει το κίνημα των δημοσίων υπαλλήλων, με πρωτοπορία τους εκπαιδευτικούς. Ο αγώνας δίνεται σε δύο επίπεδα: μισθολογικές αυξήσεις και θεσμική κατάκτηση συνδικαλιστικών δικαιωμάτων. Κάτω από την πίεση αλλεπάλληλων κινητοποιήσεων, το κράτος θα δεχτεί για πρώτη φορά τον Ιούνιο του 1995 το δικαίωμα των δημοσίων υπαλλήλων να συνδικαλίζονται · η τελική ψηφοφορία διενεργείται με το κοινοβούλιο περικυκλωμένο από χιλιάδες απεργούς. Δεν επρόκειτο για περίπατο: “Υποστήκαμε πλήθος επιθέσεων, διοικητικών μέτρων και δικαστικών διώξεων όλη αυτή την περίοδο”, μας λέει ο Σίαμι Ερντέμ, πρόεδρος της Συνομοσπονδίας Δημοσιοϋπαλληλικών Συνδικάτων (KESK) στην οποία έχουν ενταχθεί 400.000 απ’ τους 1.200.000 εργαζόμενους του τουρκικού δημοσίου. “Πάνω από 1.000 εκπαιδευτικοί μετατέθηκαν δυσμενώς, 150 έχουν παραπεμφθεί σε δίκη κι αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο της απόλυσης, 4 έχουν ήδη απολυθεί, πάνω από 100.000 έχουν υποστεί ως κύρωση περικοπές στους μισθούς τους. Εις βάρος μου εκκρεμούν προς το παρόν δέκα δίκες, με προβλεπόμενη ποινή μέχρι 8 χρόνια φυλάκιση”. Οι συνδικαλιστικοί αγώνες συνδέονται έτσι αναπόφευκτα με τη μάχη για περισσότερη δημοκρατία. Ο συνομιλητής μας εκφράζει άλλωστε ανοικτά την αμφιβολία του για τις δυνατότητες μιας συντεχνιακής στρατηγικής: “Ο πληθωρισμός, που κατατρώει ό,τι κερδίζουμε με τις κινητοποιήσεις μας, μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως η επίλυση των οικονομικών μας προβλημάτων δεν μπορεί να διαχωριστεί από την αντιμετώπιση των προβλημάτων της χώρας. Τριγύρω μας υπάρχουν εκατομμύρια άνεργοι, ο αριθμός των οποίων αυξάνεται διαρκώς με τις ιδιωτικοποιήσεις που προωθεί η κυβέρνηση σύμφωνα με τις οδηγίες του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας. Η αυξανόμενη φτώχεια, η καταπίεση κι η απουσία μιας ορατής εναλλακτικής λύσης προς τ’ αριστερά οδηγεί τις μάζες στην έκφραση της δυσαρέσκειάς τους μέσα από το πολιτικό Ισλάμ. Εμείς απ’ την πλευρά μας αρνούμαστε να διαλέξουμε το μικρότερο κακό, τα υποτιθέμενα δηλαδή αντιισλαμικά κόμματα που μας κυβερνούν εδώ και χρόνια. Θέλουμε να συνασπιστούμε με τις δημοκρατικές δυνάμεις της Τουρκίας για ένα δημοκρατικό άνοιγμα. Πολιτικά δικαιώματα, καταπολέμηση του πληθωρισμού και μια πολιτική πλήρους απασχόλησης είναι ο μόνος τρόπος για την αντιμετώπιση του ισλαμικού κινδύνου”.

Παρόμοιες είναι οι εκτιμήσεις του συγγραφέα Μελίχ Πεκντεμίρ, ηγετικού στελέχους της Dev Yol πριν από το πραξικόπημα του 1980. “Εχουμε πια μπροστά μας μια διαφορετική κοινωνία”, μας λέει. “Δεν υπάρχει πια η πολιτική πόλωση της δεκαετίας του ’70 ανάμεσα στην επαναστατική αριστερά και το φασιστικό παρακράτος αλλά ένας κατακερματισμός του κοινωνικού ιστού. Κατά κάποιο τρόπο, η παλιά κοινωνική αντιπολίτευση έχασε την ταυτότητά της μέσα στη δεκαετία του ’80 και καθεμιά από τις συνιστώσες της αναζητά τη δικιά της ταυτότητα: απ’ τη μιά οι Κούρδοι, απ’ την άλλη οι Αλεβίτες, πιο κει οι εργάτες, παραπέρα οι υπάλληλοι, λίγο παρακάτω οι φοιτητές… Αυτό που απουσιάζει είναι μια ενιαία ταυτότητα που να ενοποιεί, υπερπροσδιορίζοντας όλες τις άλλες. Ενα αριστερό σχέδιο δεν μπορεί να πετύχει παρά μονάχα αν ρίξει το βάρος του στην επανασύνδεση των κρίκων, την ανασυγκρότηση του κοινωνικού ιστού με βάση τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και των άλλων καταπιεζόμενων στρωμάτων. Το γυναικείο κίνημα, το κουρδικό, το κίνημα των αλεβιτών, όλα τους αποτελούν προνομιακούς εταίρους σ’ αυτό το εγχείρημα”. Ενα πρώτο βήμα σημειώθηκε προς αυτή την κατεύθυνση σημειώθηκε στις 21 Ιανουαρίου 1996, με την ίδρυση του κόμματος “Ελευθερία και Αλληλεγγύη” (Ozgurluk ve Dayanisma Partisi, ODP) από διάφορες συνιστώσες της νέας και παλιότερης τουρκικής αριστεράς. Ενα χρόνο μετά, το ODP έχει 30.000 οργανωμένα μέλη σε όλη τη χώρα και τοπικές οργανώσεις σε 62 πόλεις και κάπου 1.000 χωριά. “Δε θέλουμε νά ‘μαστε ένα μονολιθικό κόμμα”, μας εξηγεί ο πρόεδρός του Ουφούκ Ουράς. “Είμαστε ένα είδος ουράνιου τόξου στο οποίο έχουν συνασπιστεί διάφορες εκδοχές της αριστεράς και της κοινωνικής αντιπολίτευσης: τροτσκιστές και πρώην μαοϊκοί, φεμινίστριες και οικολόγοι, συνδικαλιστές κι αγωνιστές των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Είμαστε ένα αντικαπιταλιστικό, μαζικό κόμμα της αριστεράς με στόχο το σοσιαλισμό – ένα σοσιαλισμό αντιγραφειοκρατικό, διεθνιστικό, αντιμιλιταριστικό”.
Λίγο μετά την ίδρυσή του, το ODP κατέβασε υποψηφίους στις επαναληπτικές δημοτικές εκλογές αποσπώντας το 2,5% των ψήφων. “Πρόκειται για το δεύτερο καλύτερο εκλογικό ποσοστό που πετυχαίνει η τουρκική αριστερά μέχρι σήμερα, με πρώτο το 3,1% του Τουρκικού Εργατικού Κόμματος το 1965”, μας λέει ο Ερτουγρούλ Κιουρκτσού, δημοσιογράφος και στέλεχος του κόμματος. “Η εκλογική εκείνη επιτυχία αποτέλεσε τότε την αφετηρία για τους αγώνες μιας ολόκληρης εικοσαετίας. Πιστεύουμε λοιπόν ότι ξεκινήσαμε σωστά κι ότι θα μπορέσουμε να δώσουμε στην κοινωνία τη μάχη για την αναγέννηση των αριστερών αξιών, που ύστερα από την πενταετή συγκυβέρνηση των σοσιαλδημοκρατών με τη δεξιά δείχνουν να έχουν πληγεί αρκετά άσχημα”.

Στα πανεπιστήμια του μεσονυκτίου

Στην Ελλάδα, το φοιτητικό κίνημα της Τουρκίας το γνωρίζουμε μονάχα από κάποια πλάνα των τηλεοπτικών ειδήσεων: βίαιες επελάσεις της αστυνομίας, ξυλοδαρμοί και συλλήψεις στο σωρό… Παρά την ελάχιστη γεωγραφική απόσταση, οι φωνές των νέων που κατεβαίνουν στους δρόμους των τουρκικών πόλεων παραμένουν άγνωστες στο ελληνικό κοινό. Εξίσου άγνωστες είναι και οι λεπτομέρειες των συνθηκών του αγώνα στα τουρκικά πανεπιστήμια.
Ξεχάστε καταρχάς συλλόγους και μαζικές θεσμοθετημένες διαδικασίες, όπως αυτά των ευρωπαϊκών ΑΕΙ. Το πραξικόπημα του 1980 έθεσε εκτός νόμου κάθε συνδικαλιστική δραστηριότητα στα πανεπιστήμια, που με τη σειρά τους τέθηκαν κάτω από τη συγκεντρωτική διοίκηση ενός στρατοκρατούμενου Οργανισμού Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΥΟΚ). “Οταν γύρω στα μέσα της δεκαετίας του ’80 άρχισαν οι πρώτες κινήσεις για σχηματισμό συλλόγων”, μας λέει ένας δημοσιογράφος που έζησε τα φοιτητικά του χρόνια αυτή την περίοδο, “οι αρχές αποκάλεσαν αυτές τις κινήσεις ‘ακροαριστερές’ και τις αντιμετώπισαν ανάλογα. Το αποτέλεσμα ήταν πως το φοιτητικό κίνημα μετατράπηκε έτσι όντως σε μια ‘ακροαριστερή’ υπόθεση – υπό την έννοια ότι μονάχα οι πραγματικά διατεθειμένοι ν’ αγωνιστούν για τις ιδέες τους μετέχουν σ’ αυτό”.
Συναντήσαμε μια παρέα απ’ αυτά τα αποφασισμένα παιδιά, μέλη του ευρύτερου από τα τρία ρεύματα που δρούν σήμερα στα τουρκικά ΑΕΙ – γνωστού σαν “Συντονιστικό” (Koordinasyon). “Στόχος μας είναι η ανάπτυξη ενός αυτόνομου φοιτητικού κινήματος”, μας λέει ο Σερκάν Ερόλ, δευτεροετής στη σχολή Πολιτικών Μηχανικών του Πολυτεχνείου Γκιλντίζ. “Τα αιτήματά μας βέβαια δεν αφορούν μονάχα το πανεπιστήμιο αλλά ολόκληρη την τούρκικη κοινωνία. Αν δεν υπάρξει ελευθερία και δημοκρατία σ’ ολόκληρη την Τουρκία, είναι αδύνατο να υπάρξει στα πανεπιστήμια”. Στις διαδικασίες της Koordinasyon παίρνουν μέρος περίπου 3.000 φοιτητές της Κων/λης, 2.000 της Αγκυρας, 1.000 της Προύσας, 500 των Αδάνων και μια εκατοστή στο Εσκί Σεχίρ. Η λειτουργία τους είναι αποκεντρωμένη: σε κάθε σχολή υπάρχει από ένα Μέτωπο (Cephe), εκλεγμένοι αντιπρόσωποι του οποίου μετέχουν στο κεντρικό Συντονιστικό · τα απλά μέλη μπορούν να παρακολουθούν τις διαδικασίες του τελευταίου ως παρατηρητές. Η πρωτοβουλία για τη συγκρότηση της κίνησης πάρθηκε την άνοιξη του 1995, ύστερα από την εξέγερση των αλεβιτών στο Γκάζι και μια σειρά φασιστικές επιθέσεις εναντίον αριστερών φοιτητών στο Πανεπιστήμιο του Μαρμαρά. Ευθύς εξαρχής συμμετείχαν η “Επαναστατική Νεολαία” (Devrimci Gencilik) κι ορισμένες αναρχικές ομάδες, ενώ τον τελευταίο χρόνο προστέθηκαν οι νέοι του ODP. To βάρος όμως εξακολουθεί να πέφτει στους ανένταχτους φοιτητές: “οι μόνες αρχές που έχουμε για τη συμμετοχή κάποιου στο Συντονιστικό”, διευκρινίζει ο Σερκάν, “είναι να είναι αντιφασίστας, αντιιμπεριαλιστής κι αντισωβινιστής”. Στα έντυπά τους θα δει κανείς, μεταξύ άλλων, και κάποιες σποραδικές αναφορές στο ελληνικό φοιτητικό κίνημα. “Λυπούμαστε που δεν είναι περισσότερες · θα θέλαμε να είχαμε στενότερες επαφές με τους συντρόφους στα ελληνικά πανεπιστήμια”.

Το 1995-96 ήταν η χρονιά των αγώνων ενάντια στα δίδακτρα και για τον εκδημοκρατισμό των ΑΕΙ. Τριακόσιες χιλιάδες υπογραφές υπέρ της δωρεάν ανώτατης παιδείας συγκεντρώθηκαν μέσα στο καλοκαίρι του ’95 και στις 20 Οκτωβρίου παραδόθηκαν επισήμως στο κοινοβούλιο από μια διαδήλωση 7.000 φοιτητών που κατέφθασαν επί τούτου στην Αγκυρα απ’όλα τα πανεπιστήμια της χώρας. Ακολούθησε το κάψιμο των “πιστωτικών καρτών” με τις οποίες το τουρκικό κράτος εφοδιάζει τους “ακαδημαϊκούς πολίτες” του, η άρνηση καταβολής των διδάκτρων κι ο αποκλεισμός εκατό περίπου αντιρρησιών από τις εξετάσεις με απόφαση του ΥΟΚ. Η παράλληλη μάχη για τη δημοκρατία δόθηκε με αλλεπάλληλες προσπάθειες για την απελευθέρωση της πλατείας Μπεγιαζίτ, μπροστά στο πανεπιστήμιο της Κων/λης, από την ασφυκτική αστυνομική επιτήρηση. Στις 24/4/96, μια μαζική διαδήλωση με αιτήματα την κατάργηση των διδάκτρων και του ΥΟΚ επιχείρησε να μπει στο πανεπιστήμιο για μια ανοιχτή συζήτηση ανάμεσα στους φοιτητές και προοδευτικούς καθηγητές πάνω στα προβλήματα της χώρας, αλλά διαλύθηκε βίαια απ’ την αστυνομία με διαταγή του πρύτανη Μπουλέντ Μπερκαντά. Το εγχείρημα επαναλήφθηκε στις 6 Νοεμβρίου, για να καταλήξει σε πραγματικό μακελειό: 585 συλλήψεις και πάνω από 100 τραυματίες – αρκετοί με δαγκωματιές από τα αστυνομικά σκυλιά, που για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκαν ενάντια σε φοιτητές. Η υπερβολική δόση της καταστολής έφερε ωστόσο τα αντίθετα αποτελέσματα. Κάτω από τη γενική κατακραυγή της κοινής γνώμης, όχι μόνο οι συλληφθέντες αφέθηκαν ελεύθεροι, αλλά και η αστυνομική παρουσία μπροστά στο πανεπιστήμιο έγινε έκτοτε πιό διακριτική. Οχι όμως και λιγότερο πιεστική. “Επί ένα μήνα, κάθε μέρα είχαμε 5-10 προσαγωγές φοιτητών για `εξακρίβωση στοιχείων'”, τονίζει ο συνομιλητής μας. “Εκτοτε, φεύγουμε από τα μαθήματα 100-100, για λόγους ασφαλείας”.
Την επίσημη καταστολή διαδέχθηκε στο μεταξύ το παρακράτος. Στις 5 Δεκεμβρίου φασίστες επιτέθηκαν στη Σχολή Πολιτικών Επιστημών τραυματίζοντας δυο ‘σεσημασμένους’ αγωνιστές. Για πρώτη φορά την τελευταία 5ετία, χρησιμοποιήθηκαν πυροβόλα από ακροδεξιούς φοιτητές κατά των αριστερών συναδέλφων τους. Την επόμενη μέρα, 2.000 φοιτητές διαδήλωσαν ενάντια στη νέα αυτή μορφή τρομοκρατίας. Τα ΜΜΕ έσπευσαν αμέσως να κινδυνολογήσουν, επισείοντας τις αναλογίες με τον έρποντα εμφύλιο πόλεμο της δεκαετίας του ’70: “Να μην ξαναδούμε αυτό το έργο!”
Η συνταγή είναι, απ’ ό,τι φαίνεται, διεθνής.

Αγώνας με πολλές ταυτότητες

Το φεμινιστικό κίνημα στην Τουρκία είναι μια σχετικά πρόσφατη υπόθεση. Τα πρώτα του βήματα σημειώθηκαν μόλις το 1982, κάτω απ’ τη στρατιωτική χούντα και, όπως θα περίμενε κανείς, δεν αντιμετωπίστηκαν ιδιαίτερα θετικά από την αριστερά της εποχής. “Μας είδαν σαν ένα κίνημα που διασπούσε την ενότητα του ταξικού μετώπου”, μας λεέι η Αϊσέ Ντουζκάν, μέλος της ομάδας που εκδίδει το περιοδικό “Pazartesi” (“Δευτέρα”). “Πράγμα που είναι φυσικά σωστό, όπως είναι σωστό ότι διχαστικά ως προς τα μέτωπα της ταξικής πάλης λειτουργούν κι άλλα κινήματα, όπως το κουρδικό. Ομως δεν υπάρχει τίποτα το μεμπτό σ’ αυτά. Κάθε ανθρώπινο πλάσμα έχει περισσότερες από μία ταυτότητες και μετέχει στους αγώνες που αφορούν καθεμιά απ’ αυτές. Η σύνθεση δεν πρέπει να γίνεται εις βάρος καμιάς από τις ταυτότητές μας”. Η ίδια είναι σήμερα μέλος του ODP.
Ποια είναι τα βασικά ζητήματα που απασχολούν το τουρκικό φεμινιστικό κίνημα; “Η βία κατά των γυναικών στο σπίτι, η ειρήνη και το πολιτικό Ισλάμ”. Μ’αυτή τη σειρά προτεραιότητας. Οταν αναφέρεται στο ισλαμικό ρεύμα, η συνομιλήτριά μας αποφεύγει τα στερεότυπα που τόσο αγαπούν τα δυτικά ΜΜΕ. “Η αντίθεσή μας στο πολιτικό Ισλάμ γίνεται από θέσεις που διαφέρουν απ’ αυτές των άλλων αντιπολιτευτικών κινημάτων. Μέσα στο ισλαμικό κίνημα υπάρχουν γυναίκες που ελάχιστα απέχουν στην πραγματικότητα απ’ το φεμινισμό, που προσπαθούν να μετέχουν στη δημόσια ζωή, κι αυτός ο αγώνας τους είναι σημαντικός για μάς”. Αυτό που προέχει για το φεμινιστικό κίνημα, είναι η διαφοροποίησή του από τον επίσημο αντί-ισλαμισμό, τον αυταρχικό και ταυτόχρονα εστιασμένο στους τύπους μάλλον παρά στην ουσία: “Η επίσημη πολιτική έχει κι αυτή τα δικά της στερεότυπα για τη γυναίκα. Απαγορεύεται λχ η συμμετοχή της στη δημόσια ζωή αν φοράει μαντήλα. Την περασμένη δεκαετία, οι ισλαμίστριες οργανώθηκαν διεκδικώντας το δικαίωμά τους να καλύπτουν το κεφάλι τους συμμετέχοντας ταυτόχρονα στη δημόσια ζωή. Νομίζω πως έχουν μιαν αίσθηση των γυναικείων δικαιωμάτων. Απ’ την πλευρά μας, προσπαθούμε να έρθουμε σ’ επαφή μαζί τους, να τους γνωστοποιήσουμε πως είμαστε αδερφές τους, αλλά κι ότι το πολιτικό Ισλάμ είναι σε τελική ανάλυση κι αυτό ένας τρόπος ελέγχου των γυναικών”.

Ο καθημερινός πόλεμος

Οταν πριν από ένα χρόνο η “κρίση για τα Ιμια” επανέφερε τις ελληνοτουρκικές σχέσεις στο χείλος της ένοπλης σύρραξης, η τουρκική αριστερά δεν απέδωσε στο γεγονός την ίδια σημασία με τους Ελληνες συντρόφους της. “Στα πανεπιστήμια υπήρχε ένα διάχυτο αντιπολεμικό αίσθημα”, θυμάται ο Σερκάν Ερόλ. “Εγιναν κάποιες έντονες συζητήσεις, όπου το κίνημα ήταν υπέρ της ειρήνης ενώ οι φασίστες ακολουθούσαν τη φιλοπόλεμη γραμμή των ΜΜΕ. Δεν έγιναν όμως κινητοποιήσεις ή άλλες οργανωμένες ενέργειες”. Ο λόγος είναι απλός: αν για μάς ο πόλεμος είναι μια μακρινή όσο κι εφιαλτική πιθανότητα, για το λαό της Τουρκίας αποτελεί δραματική καθημερινότητα. Εικοσιπέντε χιλιάδες νεκροί, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, μέσα στην τελευταία τετραετία δεν είναι μικρό πράγμα. Μοιραία λοιπόν, η αντιμετώπιση της υπαρκτής σύρραξης στο τουρκικό Κουρδιστάν αποτελεί για την κοινωνική αντιπολίτευση της γειτονικής μας χώρας την πρώτη προτεραιότητα – και, ταυτόχρονα, το πιο απτό δείγμα του διεθνιστικού της χαρακτήρα.
“Η θέση μας διαφέρει από τη λίγο-πολύ κοινή θέση όλων των άλλων κομμάτων”, μας λέει ο Ερτουγρούλ Κιουρκτσού. “Το κουρδικό δεν είναι ζήτημα εξωτερικής πολιτικής ούτε `εισαγόμενης τρομοκρατίας’. Εχουμε μπροστά μας μια παρατεταμένη εξέγερση που διαρκεί ήδη 12 χρόνια και η οποία δεν πρόκειται να τερματιστεί με στρατιωτικά μέσα · τόσα χρόνια πολέμου τόχουν αποδείξει. Υπάρχει λοιπόν ένα κουρδικό πρόβλημα που πρέπει να λυθεί πολιτικά. Σε τι συνίσταται αυτό; Στον αγώνα των Κούρδων για αναγνώριση της ταυτότητάς τους. Πώς αυτή μπορεί να αναγνωριστεί είναι ένα άλλο ζήτημα. Με ένα χωριστό κράτος, με μια ομοσπονδία, μέσα στην τωρινή δομή του τουρκικού κράτους; Το ODP δεν υποστηρίζει καμιά απ’ αυτές τις εκδοχές · η λύση δε θα μπορούσε να προκύψει παρά μονάχα με συζήτηση με τους άμεσα ενδιαφερόμενους”. “Το πρώτο πράγμα που πρέπει να γίνει, είναι η άμεση κατάπαυση του πυρός”, προσθέτει απ’ την πλευρά του ο Ουφούκ Ουράς. “Ιδιαίτερα μετά το σκάνδαλο του Σουσουρλούκ, είδαμε πώς οι κάθε λογής εγκληματικές συμμορίες νομιμοποιούνται ως παρακράτος στο όνομα της διεξαγωγής του αντιαποσχιστικού πολέμου. Ο μηχανισμός της καταπολέμησης του αντάρτικου αποδεικνύεται έτσι ένας Φρανκεστάιν, που τείνει να ξεφύγει απ’ τον έλεγχο εκείνων που τον δημιούργησαν. Για το 1997 προγραμματίζουμε μια σειρά επαναλαμβανόμενες μαζικές κινητοποιήσεις σ’ αυτή την κατεύθυνση, σύμφωνα με το μοντέλο που έχουν ακολουθήσει ώς τώρα οι ‘μανάδες του Σαββάτου’. Ελπίζουμε πως στην πορεία θα αποκτήσουν μιαν αυξανόμενη δυναμική, όπως βλέπουμε να συμβαίνει σήμερα στη Σερβία”. Προς το παρόν βρίσκεται σε εξέλιξη εδώ κι αρκετούς μήνες μια εκστρατεία συλλογής 1.000.000 υπογραφών υπέρ της εκεχειρίας, στην οποία συμμετέχουν οι περισσότεροι φορείς της κοινωνικής αντιπολίτευσης.
Ποια μπορεί να είναι η τελική προοπτική; “Ολες οι πιθανές λύσεις θα πρέπει να συζητηθούν ελεύθερα”, ξεκαθαρίζει ο Σανάρ Γιουρνταταπάν, μουσικός και μέλος της πρωτοβουλίας “Συσπείρωση για την Ειρήνη”. “Ερχόμαστε έτσι στη σύνδεση του ειρηνιστικού κινήματος με το κίνημα για την ελευθερία της έκφρασης. Αυτό το τελευταίο δεν είναι μια πολυτέλεια για να παίζουν κάποιοι διανοούμενοι, είναι απαραίτητος όρος για να μπορέσουμε να βγούμε από το αδιέξοδο. Πρέπει να επιτραπεί ελεύθερα η συζήτηση οποιασδήποτε λύσης, να επιτραπεί ακόμα και η ύπαρξη πολιτικού κόμματος που θα ζητά ένα ανεξάρτητο Κουρδιστάν. Γιατί όχι; Οταν κλείνεις όλες τις δημοκρατικές διόδους, αυτοί οι άνθρωποι θα πάρουν αναπόφευκτα τα όπλα και θα βγουν στο βουνό”. Προϋπόθεση για οποιαδήποτε μορφή συμβίωσης, από τη συνύπαρξη μέχρι την ειρηνική γειτνίαση, άλλωστε, είναι ο σεβασμός της θέλησης του Αλλου: “Τούρκοι και Κούρδοι ζουν ο ένας δίπλα στον άλλο, τόσο στο Κουρδιστάν όσο και στις μεγάλες πόλεις της Τουρκίας. Δε θέλουμε να γίνουμε Γιουγκοσλαβία. Προσωπικά δε μου αρέσει ούτε η ιδέα να γίνουμε Τσεχοσλοβακία, αφού όμως Τσέχοι και Σλοβάκοι αποφάσισαν να μη ζούνε μαζί εμένα δε μου πέφτει λόγος. Εγώ θέλω να ζήσω μαζί με τους Κούρδους, πρέπει όμως κι αυτοί να μπορούν ν’ αποφασίσουν αν θέλουν να ζήσουν μαζί μου”.

ΟΙ ΜΕΝ ΚΑΙ ΟΙ ΔΕ

ΠΑΡΑΚΡΑΤΙΚΟΙ. Το σκάνδαλο του Σουσουρλούκ που ξέσπασε στις 3 Νοεμβρίου, με την τυχαία (λόγω αυτοκινητιστικού δυστυχήματος) αποκάλυψη των διασυνδέσεων του επίσημου κατασταλτικού μηχανισμού με τον υπόκοσμο, εξακολουθεί να μονοπωλεί σχεδόν το ενδιαφέρον του τουρκικού τύπου. Κάθε μέρα, νέες αποκαλύψεις και σενάρια για τη σχέση κράτους και παρακράτους με τη μαφία έρχονται στο φως, οδηγώντας σε μια μαζική αναθεώρηση της επίσημης ιστορίας των τελευταίων 25 χρόνων. “Κοιτάζοντας εκ των υστέρων τον εμφύλιο πόλεμο της δεκαετίας του ’70, διαπιστώνουμε πως ήταν επιλογή της φασιστικής ακροδεξιάς και των μηχανισμών που έρχονται σήμερα στο φως”, μας λέει ο Μελίχ Πεκντεμίρ, στέλεχος τότε του “Επαναστατικού Δρόμου”. “Τώρα πια, όλος ο κόσμος βλέπει ότι το κράτος ήταν εκείνο που χρησιμοποιούσε εναντίον μας τις ένοπλες συμμορίες, για να συντρίψει το κίνημα της κοινωνικής αντιπολίτευσης. Τότε όμως δεν ήταν καθόλου εύκολο να πείσουμε γι’ αυτό τους αμέτοχους πολίτες. Οι φασιστικές συμμορίες ήταν οι `πατριώτες’ κι εμείς οι ‘τρομοκράτες'”, προσθέτει μ’ ένα πικρό χαμόγελο.

ΣΥΝΔΙΚΑΤΑ. Πριν από το πραξικόπημα του 1980, σχεδόν 4 εκατομμύρια εργαζόμενοι ήταν οργανωμένοι σε συνδικάτα. Σήμερα ο αριθμός των συνδικαλισμένων εργατών μόλις ξεπερνά το ενάμιση εκατομμύριο: 1 εκατομμύριο μέλη της κυρίαρχης ομοσπονδίας Turk-Is, 150.000 της ισλαμικής Hak-Is, 100-150.000 της αριστερής DISK και 400.000 στη δημοσιοϋπαλληλική KESK. Κάπου 2 εκατομμύρια εργαζόμενοι χάθηκαν για το εργατικό κίνημα μέσα στην περασμένη δεκαετία, όταν η κρατική τρομοκρατία κατέστησε σαφείς τους κινδύνους που συνεπαγόταν η συνδικαλιστική δραστηριότητα.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ. Τα “Σπίτια του Λαού” (Halk Evleri) είναι ένα δίκτυο αγωνιστών με 104 παραρτήματα σε όλη τη χώρα κι αξιόλογη παρουσία σε αρκετές φτωχογειτονιές των μεγάλων πόλεων. Η δράση τους εστιάζεται κυρίως στην οργάνωση κινημάτων αλληλεγγύης σε αγωνιζόμενους κοινωνικούς χώρους – από τους απεργούς δημοτικούς υπαλλήλους της Αγκυρας μέχρι τους πρόσφυγες του πολέμου. “Με το Σουσουρλούκ”, μας εξηγεί ο Φερντά Κότς, “το κράτος δείχνει να βρίσκεται σε αμυντική θέση. Εχω την αίσθηση όμως ότι η κρίση με τους πυραύλους στην Κύπρο, με την ανάπτυξη ενός εθνικιστικού κλίματος, μπορεί κάπως να το ξεπλύνει”. Παραμένει ωστόσο αισιόδοξος: “Λόγω της υπερβολικής εκμετάλλευσής τους απ’ το κράτος, οι εθνικιστικές τάσεις μέσα στον πληθυσμό είναι σήμερα λιγότερο έντονες απ’ ό,τι παλιότερα. Οταν το καλοκαίρι του ’95 τα ΜΜΕ κάλεσαν τον κόσμο να σημαιοστολίσει τα σπίτια του σαν απάντηση στο κάψιμο της τουρκικής σημαίας από τους Κούρδους, μονάχα οι γνωστοί φασίστες ανταποκρίθηκαν”.

ΟΥΦΟΥΚ ΟΥΡΑΣ. “Είμαστε αντίθετη στη νεοφιλελεύθερη υπερεθνική ολοκλήρωση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θεωρούμε ενδεδειγμένη απάντηση τον τοπικισμό. Δεν είμαστε αντίθετοι στην ευρωπαϊκή προοπτική, θεωρούμε όμως καθοριστικούς τους όρους κάτω από τους οποίους υλοποιείται αυτή. Στις επαφές μας με τους ευρωπαίους συντρόφους, τους είπαμε πως κατά τη γνώμη μας οι δυνάμεις της κοινωνικής αντιπολίτευσης θα πρέπει να επεξεργαστούν ένα σχέδιο συλλογικής απάντησης στο νεοφιλελευθερισμό. Θα πρέπει δηλαδή η εργατική τάξη ν’ αρχίσει να επιδεικνύει την ίδια ενεργό υπερεθνική αλληλεγγύη που δείχνουν μεταξύ τους οι καπιταλιστές σε περιόδους όξυνσης της ταξικής πάλης”.

ΑΛΕΒΙΤΕΣ. Θέατρο της αιματηρής εξέγερσης του Μαρτίου 1995, η φτωχογειτονιά του Γκάζι εξακολουθεί να βρίσκεται κάτω από σιδερένιο αστυνομικό κλοιό. Με πρωτοβουλία της επαναστατικής αριστεράς, 1-2.000 κάτοικοι της περιοχής προχώρησαν τον περασμένο Οκτώβριο στη δημιουργία ενός Λαϊκού Συμβουλίου (Halk Mejlisi), επιφορτισμένου με την οργάνωση της αυτοάμυνας αλλά και τη διαχείριση της καθημερινής ζωής στην παραγκούπολη.

ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΩΝ ΦΟΙΤΗΤΩΝ (Universite Orecileri Platformu). Μετωπικό σχήμα της άκρας αριστεράς στα τουρκικά ΑΕΙ, ιδρύθηκε το Φεβρουάριο του 1996 στη διάρκεια κινητοποιήσεων που κατέληξαν σε βίαιες συγκρούσεις με την αστυνομία. Κορυφαία στιγμή του αγώνα τους ήταν η κατάληψη του πανεπιστημίου Μπεγιαζίτ (29/2). Η αστυνομία περικύκλωσε το κτίριο με τεθωρακισμένα, απωθώντας αλλεπάλληλες προσπάθειες των άλλων φοιτητών (της Koordinasyon συμπεριλαμβανόμενης) να σπάσουν τον κλοιό και να βγάλουν έξω σώους τους συμφοιτητές τους. Τελικά, χάρη στην παρέμβαση της πρυτανείας, η κατάληψη έληξε χωρίς συλλήψεις ή αιματοχυσία.

ΜΕΤΙΝ ΜΟΥΡΑΤ ΚΑΛΙΟΝΤΟΥΓΙΛ, Μπουλέντ Καράκας, Μαχμούτ Γιλμάζ, Ασκίν Ερντογάν, Νουρντάν Μπαϊσαχάν, Ελεφ Καχιάογλου, Ντενίζ Καρτάλ. Φοιτητές στο πανεπιστήμιο της Αγκυρας και μέλη της Koordinasyon. Στις 26 Μαρτίου 1996 ύψωσαν από το θεωρείο του Κοινοβουλίου της τουρκικής πρωτεύουσας πανό υπέρ της δωρεάν παιδείας. Συνελήφθησαν αμέσως, αφέθηκαν όμως ελεύθεροι γιατί δεν υπάρχει νόμος που να διώκει την ενέργειά τους (η υφιστάμενη νομοθεσία αφορά πράξεις που γίνονται “μπροστά” στη Βουλή κι όχι “μέσα” σ’ αυτήν!) Δυό μήνες μετά (24/4) συνελήφθησαν με την κατηγορία της συμμετοχής σε ένοπλη τρομοκρατική οργάνωση και καταδικάστηκαν σε ποινές από 3,5 μέχρι 18 χρόνια. Ως “τρομοκρατική οργάνωση” το δικαστήριο θεώρησε τη (νόμιμη) “Επαναστατική Νεολαία”, συνιστώσα της Koordinasyon.

ΕΡΤΟΥΓΡΟΥΛ ΚΙΟΥΡΚΤΣΟΥ. Γνωστός μας από πρόσφατη επίσκεψή του στην Αθήνα (είχε έρθει προσκεκλημένος του “Δικτύου για τα Πολιτικά και Κοινωνικά Δικαιώματα”), ο γνωστός δημοσιογράφος και παλαίμαχος πολιτικός κρατούμενος (1972-86) δε μασάει τα λόγια του για τις δυνατότητες αντίστασης στον εθνικισμό εκατέρωθεν του Αιγαίου: “Το ODP κρατά ίσες αποστάσεις ανάμεσα στα δυο κράτη· δε θεωρούμε τον εαυτό μας κομμάτι του τουρκικού κρατικού μηχανισμού κι ως εκ τούτου δεν είμαστε υποχρεωμένοι να υιοθετήσουμε τη συλλογιστική του. Βλέπουμε ότι τόσο το τουρκικό όσο και το ελληνικό κράτος ακολουθούν μια επεκτατική εξωτερική πολιτική, με την έννοια ότι επιδιώκουν να διευρύνουν τη σφαίρα επιρροής τους στη γύρω περιοχή. Οταν η ελληνική ή η τουρκική αριστερά διαφωνούν μ’ αυτή την πολιτική των κυβερνήσεών τους, κατηγορούνται ότι προδίδουν τα εθνικά συμφέροντα. Θα πρέπει λοιπόν να συντονίσουμε τις κινήσεις μας. Τότε θα μπορούμε να πούμε και οι δυο στους λαούς μας: να, αυτό που λέμε εμείς το λένε και οι σύντροφοι απέναντι· δε μπορεί να είμαστε όλοι προδότες, άρα δεν είναι προδότης κανείς – απλά, αυτός ο δρόμος ενάντια στον πόλεμο είναι ο πιο γνήσιος πατριωτισμός!”

Πηγές: http://www.iospress.gr/ios1997/ios19970202a.htm

http://www.iospress.gr/ios1997/ios19970202b.htm

efes_dark

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s