Η ΙΔΕΑ ΤΟΥ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ ΚΑΙ H ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ

Posted: September 28, 2010 in Κοινωνιολογία και Ιστορία-Socioloji ve Tarih
Tags: , ,

του SAIT CETINOGLU

Ομηλία του Sait Çetinoğlu στο συνέδριο Τρείς Γενοκτoνίες, Μία Στρατηγική. Αθήνα 17-19 Σεπτεμβρίου 2010

 

Ιστορικό Υπόβαθρο

Η ανάπτυξη του εθνικισμού του 19ου αιώνα επηρεάζει και τον χριστιανικό πληθυσμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με την επιρροή της πρωτοπορίας της αστικής τάξης αρχίζει και διαμορφώνει την ιδεολογία στο ότι οι Ρωμιοί ανήκουν στο Ελληνικό έθνος. Στην πραγματικότητα ο μακρινός Πόντος έχει ελάχιστη επικοινωνία με την Ελλάδα που απόκτησε την ανεξαρτησία της μετά το 1821.

Η διαδικασία κρίσης ταυτότητας του 19ου και 20ου αιώνα υπήρξε η περίοδος διαμόρφωσης και του σύγχρονου Ελληνισμού. Η αιτία είναι η δημιουργία μιας νέας αυτογνωσίας με νέα δεδομένα. Αποτέλεσμα της κρίσης αυτής είναι η μεταμόρφωση της πολιτισμικής ταυτότητας σε μια πολιτική ταυτότητα. Η νέα αυτή εθνική ταυτότητα διαθέτει πολιτικό περιεχόμενο και προβλέπει την ολοκλήρωση του Ελληνισμού στο διεθνές σύστημα των Κρατών. Η ίδια ταυτότητα κρίσης υφίστανται και για τους Ποντίους. Όμως το όραμα του Πόντου, κατακερματίζεται σαν αποτέλεσμα της reel πολιτικής της εποχής.

Ο Πόντος γεύθηκε την ημι-ανεξαρτησία του την περίοδο 1916-18 και συνέχισε τον αγώνα του μέχρι το τέλος του Ελληνοτουρκικού Πολέμου το 1922. Όσοι διαφοροποιόντουσαν από τον αγώνα ανεξαρτησίας του Πόντου ταυτιζόταν με τους όρους ως “φυγάδες” και “υπάκουοι των Ελλαδιτών”. Η βαθιά αγάπη των Ελλήνων του Πόντου για την πατρίδα τους φαίνεται στο κείμενο που απευθύνει ο Πρόεδρος του Συνεδρίου των Ποντίων κ. Κωνσταντινίδης προς τον Πρωθυπουργό της Ελλάδος Ελευθέριο Βενιζέλο κατά τη διάρκεια της συνδιάσκεψης ειρήνης στο τέλος του 1ου Παγκόσμιου Πολέμου. Στο κείμενο αυτό αφού ο Κωνσταντινίδης κατακρίνει τις απόψεις του Έλληνα Υφυπουργού Εξωτερικών Ν. Πολίτη περί των οικονομικών δυνατοτήτων του Πόντου, τονίζει τη σημασία της βιομηχανικής και εξαγωγικής ανάπτυξης και το παραγωγικό δυναμικό του Πόντου. Ο Πόντος ήταν από τις πιο ανεπτυγμένες περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Αυτός ο ορθόδοξος χριστιανικός λαός είτε μιλούσε ελληνικά είτε τουρκικά αναγκάστηκε με τη συνθήκη της Λοζάννης να εγκαταλείψει την πατρίδα του που για 3 χιλιάδες χρόνια είχε δώσει το είναι του, τα χώματα που είχε φυτέψει και θερίσει, μην αφήνοντας κανένα από τα μέλη του πίσω και μετανάστευσε αναγκαστικά πρώτα απ’ όλα στην Ελλάδα και σ’ όλο τον πλανήτη ως πρόσφυγας αδιοργάνωτα.

Εξαναγκάστηκαν να θυμούνται το όραμα της ανεξαρτησίας της πατρίδας τους έχοντας χάσει τον μισό πληθυσμό τους στις σφαγές και στους δρόμους της προσφυγιάς.

Το Ποντιακό ζήτημα έχει άμεση σχέση με το διεθνές επαναστατικό κίνημα. Αν λάβει κανείς υπόψη του ότι το Κομμουνιστικό κίνημα υπό την ηγεσία του Λένιν ενστερνιζόταν την απελευθέρωση των εθνών βλέπει την αντίφαση με αυτά που είχε πει: “εγώ και οι Μπολσεβίκοι είμαστε οι Νεότουρκοι της Σοβιετικής Επανάστασης”.

Αντίθετα η Ρόζα Λούξεμπουργκ εγκλεισμένη σε φυλακές του Βερολίνου καλούσε σε αμέριστη συμπαράσταση προς τους Χριστιανικούς λαούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας λέγοντας: “Καμιά χώρα δεν έχει ελπίδα για πρόοδο εφ’ όσον μένει υπό Τουρκική κυριαρχία. Για το Ανατολικό ζήτημα το καθήκον μας είναι να δεχτούμε τον κατακερματισμό της Τουρκίας και να δείξουμε αμέριστη συμπαράσταση προς τους Χριστιανικούς λαούς “.

H Ρόζα Λούξεμπουργκ στην εργασία της “Οι δραστηριότητες των Γερμανών Ιμπεριαλιστών στην Τουρκία”, αναφέρει τα ύψιστα οικονομικά και στρατιωτικά συμφέροντα των γερμανών στην Τουρκία. Τα Οθωμανικά εδάφη είναι το κυριότερο πεδίο δράσης των Γερμανών ιμπεριαλιστών. Τον σημαντικότερο ρόλο παίζουν οι Γερμανικές τράπεζες. Ένα παράδειγμα της προπαγάνδας για αυτούς τους σκοπούς είναι η οργάνωση στις 8 Νοεμβρίου 1898 στη Δαμασκό τελετής από τους Γερμανούς ότι ακολουθούν τα βήματα του Σαλαϊντιν Εγιουπή κάτω από τις πράσινες σημαίες του προφήτη για την υπεράσπιση της Μουσουλμανικής Κοινότητας και ορκίζονται γι’ αυτό. Όπως λέει η Ρόζα Λούξεμπουργκ η ανάληψη του ρόλου από τους Γερμανούς της ανάστασης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν είναι τίποτα άλλο από το μακιγιάρισμα ενός νεκρού. Η διαπίστωση της Ρόζα Λούξεμπουργκ ότι η κατασκευή του σιδηροδρόμου της Βαγδάτης στη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου περιλαμβάνει μια ύψιστη εκμετάλλευση των μαζών και αποτελεί σημαντικό σημείο που πρέπει να τονιστεί.

Ο ρόλος της Deutsche Bank είναι καθοριστικός. Οι Γερμανοί κατέβαλαν μεγάλες προσπάθειες για να φανατίσουν τους Τούρκους εναντίον των μη-μουσουλμανικών λαών της Αυτοκρατορίας μετά από τους Βαλκανικούς Πολέμους. Η μαρτυρία της Διδούς Σωτηρίου είναι σημαντική αφού λέει όλα για μια προκήρυξη ως Deutsche Palestinien Bank “Αν εμείς οι Τούρκοι είμαστε φτωχοί και υποφέρουμε η αιτία είναι οι γκιαούρηδες που μας έχουν αρπάξει από τα χέρια μας τον πλούτο. Πόσο καιρό ακόμα θα το δεχόμαστε αυτό. Μην αγοράζετε προϊόντα τους και μην συναλλάσσετε μ’ αυτούς. Τι περιμένετε από τη φιλία μ’ αυτούς; Τι κερδίζετε προσφέροντας τόση αγάπη και αδελφοσύνη σ’ αυτούς”.

Στα πλαίσια αυτά ο Γερμανός Στρατάρχης Λίμαν Φον Σάντρες το 1916 είχε διατάξει τον εκτοπισμό των Ελλήνων από τα παράλια. Ο ίδιος όταν βλέπει ότι παρά όλους τους εκτοπισμούς παραμένουν οι Έλληνες του Αϊβαλί μένουν ακόμα στα σπίτια τους διατάξει το Πάσχα του 1917 τον εκτοπισμό τους λέγοντας “Δεν διώξατε ακόμα αυτούς τους άπιστους! Ο Γερμανικός ιμπεριαλισμός θέλει μια Ανατολή που θα έχει εκκαθαριστεί από τα Χριστιανικά της στοιχεία. Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για τις άλλες δυτικές δυνάμεις, την Αγγλία, Γαλλία, Η.Π.Α. και Ιταλία αν μελετήσουμε τη συμπεριφορά τους κατά τη διάρκεια του Πολέμου και μετά. Δεν είναι αδικία να πούμε ότι αυτά τα κράτη ότι έμειναν αδιάφορα στην εξόντωση των αρχαίων λαών της Ανατολής.”

Η Πολιτική οργάνωση στον Πόντο.


Τα γραφόμενα στα Τουρκικά για το ζήτημα του Πόντου είναι πανομοιότυπα και προέρχονται από την ίδια πηγή. Όλα τα αναφερόμενα βασίζονται σε προπαγανδιστικό βιβλίο που τυπώθηκε το 1922 από το Εκδοτικό Τυπογραφείο Πληροφοριών με τίτλο το Ζήτημα του πόντου (Pontos Meselesi).

Πρόκειται για προπαγανδιστικό κείμενο. Σ’ όλες τις πηγές διατυπώνονται οι ίδιες προτάσεις. Κατά την προπαγάνδα αυτή το Ρωμαίικο Ποντιακό Σωματείο ιδρύθηκε το 1904 στην Αμερικανική Σχολή Μερζιφούντας ως μια μυστική Οργάνωση. Με την ίδρυση το 1908 στη Σαμσούντα των Σωματείων “Νόμιμης Άμυνας” (Mukaddes Anadolu Rum Cemiyeti) εξαπλώθηκαν οι Ποντιακές οργανώσεις και ιδρύθηκαν παραρτήματα από το Μπατούμι μέχρι την Ινέπολι. Το 1909 το Ρωμαίικο Ποντιακό Σωματείο ότι τέθηκε υπό την διοίκηση του Μικρασιατικού Σωματείου στην Αθήνα και ότι το επόμενο έτος εκδόθηκε μια διακήρυξη με τίτλο “Πόντος” και ότι εντατικοποίησε τη δράση του. Ότι οι δραστηριότητες αυτές ενισχύθηκαν από τους Ρώσους κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου και ότι μετά από τη συνθήκη του Μούδρου τον Νοέμβριο του 1918 οι δραστηριότητες αυτές άρχισαν να καθοδηγούνται από την Ελλάδα. Κατά το προπαγανδιστικό βιβλίο του 1922 σκοπός ήταν η ίδρυση μιας Δημοκρατίας του Πόντου με πρωτεύουσα την Τραπεζούντα ή την Σαμσούντα στα εδάφη από το Μπατούμι μέχρι την Σινώπι. Τα γραφόμενα αυτά είναι πολύ μακριά από το να εξηγήσουν τι συνέβη πραγματικά στον Πόντο. Ο Μουσταφά Κεμάλ χρησιμοποιεί τις ίδιες εκφράσεις στο Λόγο (Νουτούκ) του.

Οι ηγέτες στο Ποντιακό κίνημα είναι δύο ιερωμένοι ο Μητροπολίτης της Αμασείας Γερμανός Καραβαγγέλης και ο Μητροπολίτης Τραπεζούντας Χρύσανθος που έχουν διαφορετική προσωπικότητα και πολιτικές προσεγγίσεις στο ζήτημα του Πόντου. Ο Γερμανός Καραβαγγέλης ενώ διαμορφώνει μια Ποντιακή ιδέα συνδεδεμένη με την Ελλάδα, ο Χρύσανθος αντιπροσωπεύει την ειρηνική και συμβιβαστική γραμμή και προβάλει μια πολύ εθνική ισότιμη-αυτόχθονη Ποντιακή ιδέα. Αν και υπάρχουν εκπρόσωποι σοσιαλιστικών ιδεών στον Πόντο, το Ποντιακό κίνημα επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από τους δυο αυτούς ιερωμένους.

Στη διάρκεια έναρξης του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου που μέχρι τότε οι Πόντιοι έχουν υπηρετήσει μόνο σε υπηρεσίες αγγαρείας στο Οθωμανικό Ναυτικό δείχνουν όπως και οι υπόλοιποι λαοί της Αυτοκρατορίας να καταταγούν στο στρατό. Αποτελεί ιστορική αλήθεια ότι στην έναρξη του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου στην Οθωμανική Αυτοκρατορία πολλοί χωρικοί λιποτάκτησαν από το στρατό και επέστρεψαν σε περιοχές κοντά στα χωριά τους, με τα όπλα τους ή χωρίς, και διέμειναν σε υπαίθριους χώρους. Με τον τρόπο αυτό αρχίζουν να συγκροτούνται ένοπλες κρατικές ομάδες.

Με την προσπάθεια της Οθωμανικής Κυβέρνησης να εγκαταστήσει στα χωριά πρόσφυγες από τα Βαλκάνια εισερχόμαστε στο δεύτερο στάδιο των επεισοδίων. Η απόφαση άρνησης των Ποντίων να δεχτούν τους πρόσφυγες στα χωριά τους αποτελεί την έναρξη της αντίστασης κατά των αρχών. Ενώπιον της κατάστασης αυτής η Κυβέρνηση το φθινόπωρο του 1915, αρχίζει την επιχείρηση κατά των χωριών Οκσέ, Τσιχμάν και Τεύκερης, που πρωτοστάτησαν στην αντίσταση της εγκατάστασης των προσφύγων. Τα χωριά πυρπολούνται, ο πληθυσμός διασκορπίζεται και οι μάχιμοι άνδρες όπως ο πιο γνωστός Βασίλης Ανθόπουλος – Βασίλη Ουστάς – αρχίζει και συγκροτεί ένοπλες δυνάμεις ομάδες αντίστασης. Πολλές ένοπλες ομάδες συγκεντρώνονται στην περιοχή Νεμπιάν της Μπάφρας.

Μέχρι τους Βαλκανικούς Πολέμους η επικρατούσα άποψη των διανοουμένων είναι ότι σε ειρήνη και συνεργασία με τους Τούρκους της περιοχής θα μπορούσε να δημιουργηθεί μια Τουρκο-Ποντιακή Ένωση. Στη διάδοση της άποψης αυτής ο ρόλος του “Ανατολικού Κόμματος” υπό την ηγεσία του Μητροπολίτη Χρύσανθου είναι μεγάλη.

Οι Νεότουρκοι μετά από τους Βαλκανικούς Πολέμους πριν από την έναρξη του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου θέτουν σε εφαρμογή το σχέδιο της “λύσης” των εθνοτικών προβλημάτων με την εξόντωση των άλλων εθνοτήτων πράγμα που είχαν αποφασίσει στο συνέδριο τους το 1911 στη Θεσσαλονίκη. Αρχίζει με την έναρξη του Πολέμου η πρακτική των εκτοπίσεων. Το γεγονός ότι η ιδέα ίδρυσης μιας ανεξάρτητης Ποντιακής Δημοκρατίας βρίσκει εύκολα οπαδούς οφείλεται και στην αντίδραση κατά των ενεργειών των Νεοτούρκων. Αρχίζει η εποχή ίδρυσης οργανώσεων που έχουν σκοπό την υπεράσπιση των πολιτικών δικαιωμάτων των ποντίων σ’ όλη την περιοχή του Πόντου. Υπάρχει και μια μικρή ομάδα μεταξύ των Ποντίων που υπερασπίζεται την ιδέα της Ένωσης με την Ελλάδα. Αυτοί αποκαλούνται Ενωτικοί. Όμως αντικειμενικοί λόγοι (γεωγραφική απόσταση) καθιστούν ισχυρότερη την άποψη των Ποντίων που υπερασπίζονται την ανεξαρτησία. Μεταξύ αυτών που υπερασπίζονται τη γραμμή ανεξαρτησίας του Πόντου είναι ο εκδότης της εφημερίδας εποχή στην Τραπεζούντα ο Καπετανίδης που απαγχονίστηκε το 1921 στην Αμάσεια.

Το Κεντρικό Συμβούλιο του Πόντου ιδρύεται τον Οκτώβριο του 1917 στη νότια Ρωσία. Τον ίδιο μήνα ο Κ. Κωνσταντινίδης που συναντάται με τον Ελευθέριο Βενιζέλο του εξηγεί τους σκοπούς του Ποντιακού Κινήματος. Ο Κωνσταντινίδης σε ομιλία που απευθύνει προς τους Ποντίους λέει τα εξής: «Συμπατριώτες, έχει λάχει σε εμάς να διεκδικήσουμε την εθνική ενότητα και να την πετύχουμε σε εμάς. Ελάτε να ενωθούμε κάτω από το σκοπό της ανεξαρτησίας και να ελπίζουμε ότι οι προστάτιδες δυνάμεις η Ρωσία, Αγγλία και η Γαλλία να αναγνωρίσουν αυτήν την ελπίδα μας για πολλούς αιώνες και να υποστηρίξουν την Ποντιακής Δημοκρατία». Στα μέσα του Οκτωβρίου του 1917 συνέχεται στην Αθήνα ένα συνέδριο με θέμα την ίδρυση ενός ανεξάρτητου Ποντιακού κράτους.

Ο Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης, που είναι γιος του πρώην δημάρχου Κερασούντας του καπετάν Γιώργη, επηρεασμένος από τη διακήρυξη του Σοβιέτ να καθορίσουν οι λαοί της Ρωσικής Αυτοκρατορίας τις δικές τους τύχες, οργανώνει την 4 Φεβρουαρίου 1918 στη Μασσαλία Συνέδριο Όλων των Ποντίων με τη συμμετοχή των Ποντίων από τις Ευρωπαϊκές Χώρες, τις Η.Π.Α. και άλλες χώρες. Το Συνέδριο ελπίζοντας στην υποστήριξη των Σοβιέτ απευθύνει επιστολή προς τον υπουργό εξωτερικών των Σοβιέτ Λέον Τρόκτσυ. Στην επιστολή αυτή τονίζεται ότι θα αποτελέσει μεγάλο λάθος να επιστραφεί η Τραπεζούντα στους Τούρκους και ζητείται η υποστήριξη της ιδέας τους ανεξαρτησίας του Πόντου.

Η επιστολή αυτή δεν αντιμετωπίζεται θετικά από την Γαλλία και τους συμμάχους της. Όπως προκύπτει από τα παραπάνω το Συνέδριο αυτό αποτελεί τη διακήρυξη τον αγώνα για τον ανεξάρτητο Πόντο. Στις 4 Μαρτίου 1918 αρχίζει την έκδοση της στην Κωνσταντινούπολη η εφημερίδα Πόντος σαν φωνή της ανεξαρτησίας του πόντου και με τη δράση του Ποντιακού Σωματείου στην πόλη όπου ζουν πολλοί Πόντιοι το Ποντιακό ζήτημα παίρνει μεγάλες διαστάσεις.

Ανατολικός Πόντος


Με την κατάληψη του ανατολικού Πόντου το 1916 ο Πόντος έχει διαιρεθεί σε δύο τμήματα με αποτέλεσμα να διαφοροποιηθεί η πορεία των δυο περιοχών. Όταν ο Ρωσικός στρατός φθάνει στην Γομούρα πλέον η πτώση της Τραπεζούντας είναι αναπόφευκτη. Η Τουρκική διοίκηση βλέποντας το αναπόφευκτο της πτώσης της Τραπεζούντας κάλεσε το Μητροπολίτη Χρύσανθο και τους Έλληνες προύχοντες και παρέδωσε την τύχη της πόλης σ’ αυτούς αναθέτοντας την προστασία του αμάχου μουσουλμανικού πληθυσμού. Μετά από μια σύντομη τελετή ο νομάρχης Αζμί απευθυνόμενος στον Χρύσανθο είπε: πήραμε αυτή τη χώρα από τους Ρωμιούς, τώρα την επιστρέφουμε στους ίδιους. Όταν οι Ρώσοι εισήλθαν την 16 Αυγούστου 1916 βρήκαν μια Ελληνική διοίκηση στην πόλη. Η υποδοχή από τους Έλληνες Ποντίους προς τους Ρώσους ήταν ένθερμη. Ο Χρύσανθος δημιούργησε μια τυπική Βουλή υπό την ηγεσία του που διοίκησε την περιοχή μέχρι την επάνοδο των Τούρκων στην περιοχή, Ο Μητροπολίτης προστάτεψε τις οικογένειες των Μουσουλμάνων που είχαν φύγει από τον φόβο τους. Επίσης ο ίδιος προσπάθησε να εισαγάγει ένα νέο πνεύμα ισότητας μεταξύ των εθνοτήτων. Η ανεξάρτητη αυτή διοίκηση συμμετείχε στα Σοβιέτ το 1917.

Δυτικός Πόντος


Η κατάσταση στο δυτικό πόντο είναι πολύ διαφορετική. Η Ρωσική Αυτοκρατορία με την Αγγλία διαπραγματεύεται την περιοχή του Πόντου που θα ενταχθεί στην κυριαρχία της. Οι ένοπλοι αντάρτες που είχαν καταφύγει στα βουνά που αποτελούνται από ανεξάρτητες ομάδες ενισχύονται μετά από την έναρξη των εκτοπίσεων του τοπικού πληθυσμού από τους Τούρκους το 1916. Ο Βασίλης Ανθόπουλος συγκροτεί την 3 Ιουλίου 1916 μια ομάδα ένοπλης αντίστασης στη Σεβάστεια και με την ελπίδα ότι ήταν οι Ρωσικές δυνάμεις όταν προχωρήσουν προς τον δυτικό Πόντο να ξεκινήσει γενική επανάσταση. Όμως η διακοπή της Ρωσικής προέλασης αλλάζει τα σχέδια του Ανθόπουλου. Πιστεύοντας ο Ανθόπουλος ότι οι Ρώσοι τον περιπαίζουν αποφασίζει να δημιουργήσει νέα δεδομένα και με την ένοπλη ομάδα του των 80 ατόμων επιτίθεται σε Τουρκικά χωριά σε άτομα που θεωρεί ότι έχουν τυραννήσει τους Χριστιανούς και σκοτώνοντας αυτούς καίει τα σπίτια τους, στη συνέχεια συγκρούεται στα Κοτύωρα με τις Τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις και χάνοντας τη μάχη καταφεύγει στην Τραπεζούντα όπου διαμένει μέχρι το τέλος του Πολέμου.

Η αντίδραση των Τούρκων στα συμβάντα αυτά είναι δύο: Οι αντεπιθέσεις των Τουρκικών τσετέδων και η εξορία. Όσον αφορά την πρώτη φαίνεται ότι είναι μια περισσότερη τοπική αντίδραση. Όπως στην περίπτωση των Χριστιανών υπάρχουν και Μουσουλμάνοι λιποτάκτες που είναι έτοιμοι να εφαρμόσουν τα εθνικιστικά σχέδια του Σωματείου Ένωσης και Προόδου. Ο πλέον δραστήριος στην περιοχή είναι ο Τοπάλ Πσμάν Αγάς από την Κερασούντα. Ο ίδιος και οι βοηθοί του δρουν με τους λιποτάκτες και φυγόδικους ελεύθερα χωρίς κανένα περιορισμό. Ο Τοπάλ Οσμάν είναι παράγοντας τρόμου στην περιοχή. Ακόμα και ο τοπικός Μουσουλμανικός πληθυσμός ζητάει την απομάκρυνση του.

Μεταξύ των ένοπλων ανταρτών των Ποντίων σας στρατιωτικός ηγέτης βρίσκεται ο Αντών Πασάς. Ενώ υπερασπίζεται μαζί με τη σύζυγο του Πελαγία τα Ποντιακά χωριά είναι ο κυριότερος παράγοντας φόβου των Τουρκικών κρατικών και αντάρτικων δυνάμεων. Ο ίδιος σκοτώνεται το 1917 ενώ η σύζυγος του Πελαγία συνεχίζει τον αγώνα μέχρι το 1923. Μεταξύ των ενόπλων ομάδων στην περιοχή βρίσκονται και Κιρκάσιοι.

Οι εξορίες


Ο Ανδρεάδης εξιστορεί τις εξορίες που υπέστη ο τοπικός πληθυσμός με τον εξής τρόπο “Όλη η παράλια περιοχή του Πόντου, δυτικά του Χαρσώτη ποταμού, εκκενώθηκε πλήρως. Οι τσετέδες κατά τα δικά τους λεγόμενα επιτίθεντο για εκδίκηση στα Χριστιανικά Χωριά. Λεηλατούσαν τα υπάρχοντα του απροστάτευτου λαού και πυρπολούσαν τα σπίτια τους για να τους εξαναγκάσουν σε φυγή. Αν δε τολμούσε κάποιος να αντισταθεί θανατωνόταν άμεσα. Το καλοκαίρι του 1916 ήταν πολύ θερμό”. Με τα λόγια αυτά συνόψιζε τις συγκρούσεις, τις εξορίες και τις λεηλασίες. Με τη δικαιολογία ότι διενεργούν κατασκοπεία υπέρ των Ρώσων ο χριστιανικός πληθυσμός δυτικά του Χαρσώτη ποταμού εξορίστηκε 50 χιλιόμετρα νοτιότερα από τα παράλια. Με την κατάσχεση των περιουσιών των εξορισμένων έχουμε μια εφαρμογή του σχεδίου των Ενωτικών καθοδηγούμενο και από τους Γερμανούς για τη δημιουργία ενός ενιαίου κράτους απαλλαγμένοι από τις μειονότητες. Η πρώτη απόφαση για την εξορία των Ελλήνων αποφασίστηκε όπως φαίνεται τον Οκτώβριο του 1916 από την παραμεθόρια πόλη Τρίπολη και ανακοινώθηκε στον τοπικό πληθυσμό την 9 Νοεμβρίου και εφαρμόστηκε στις 16 Νοεμβρίου 1916.

Σε έγγραφο που ετοίμασε να σταλεί από το Υπουργείο Εξωτερικών της Αυστρίας για να σταλεί στο Βερολίνο αναφέρονται τα εξής: Η Τουρκική πολιτική έχει τον χαρακτήρα της ολοκληρωτικής εκδίωξης από την περιοχή με σκοπό την πλήρη εξαφάνιση τους με τη δικαιολογία ότι οι Έλληνες της περιοχής αποτελούν κίνδυνο κατά του κράτους, μια μέθοδος που εφαρμόστηκε στο παρελθόν και κατά των Αρμενίων. Οι Τούρκοι χωρίς να διακρίνουν καμιά διαφορά στον πληθυσμού και χωρίς να αφήνουν καμιά πιθανότητα στην επιβίωση του πληθυσμού με την πρόφαση της μετακίνησης σε άλλες περιοχές, δηλαδή τη μετακίνηση από τις παραλίες στα ενδότερα, εγκαταλείποντας αυτούς σε τραγικές, απάνθρωπες συνθήκες στην πείνα τους να οδηγούν προς το θάνατο. Τα σε σπίτια τους αφού καταληφθούν από τους τσετέδες λεηλατούνται πυρπολούνται και κατεδαφίζονται. Όποια μέτρα εφαρμόστηκαν κατά των Αρμενίων του Πόντου.

Με την ήττα των Οθωμανών στον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμου στην περιοχή του Πόντου εγκαθίστανται Αγγλικές δυνάμεις (Ινδοί στρατιώτες με Άγγλους αξιωματικούς) και για να εξασφαλίσουν τα μελλοντικά τους συμφέροντα ζητούν από τους Πόντιους αντάρτες να παραδώσουν τα όπλα τους στον τουρκικό στρατό. Οι αντάρτες δεν πέφτουν σ’ αυτή τη παγίδα και δεν παραδίδουν τα όπλα τους. Οι Έλληνες του Πόντου ενστερνίζονται το σκοπό της ίδρυσης της Ποντιακής Δημοκρατίας. Επιστρέφουν από τη Ρωσία περίπου 100.000 Πόντιοι. Αρχίζουν βαθμιαία οι αντάρτες να κατεβαίνουν από τα βουνά στις πόλεις. Περιφέρονται συνέχεια στις πόλεις όπως στην Αμάσσεια. Επειδή το Ποντιακό κίνημα φθάνει σ’ ένα επικίνδυνο για το Οθωμανικό για το κράτος βαθμό, η Οθωμανική Κυβέρνηση αποφασίζει να στείλει στον Πόντο τον Μουσταφά Κεμάλ.

Ο Μουσταφά Κεμάλ στην περιοδεία του που ξεκινάει για να καταπνίξει το Ποντιακό κίνημα με την επιθυμία των Άγγλων και την ηθική και υλική υποστήριξη του Σουλτάνου. Όταν φθάνει στην Σαμσούντα συναντιέται με τον Άγγλο Ταγματάρχη Hurst και καλεί τους εκπροσώπους των κοινοτήτων στο στρατιωτικό κυβερνείο. Ο ηγέτης των Ελλήνων Μητροπολίτης Γερμανός δεν ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση. Στην έκθεση που στέλνει ο Μουσταφά Κεμάλ στην Σουλτανική Κυβέρνηση αναφέρει ότι οι Ποντιακές αντάρτικες δυνάμεις υπό την ηγεσία του Γερμανού έχουν πολιτικούς σκοπούς…. Ο Μουσταφά Κεμάλ με την άφιξη του στη Σαμσούντα την 19 Μαΐου 1919 αρχίζει αμέσως την οργάνωση των τουρκικών ανταρτικών ομάδων κατά των Ποντιακών Ομάδων που επεδίωκαν την ανεξαρτησία. Λέγεται ότι ένας από τους πρώτους που συνάντησε ήταν ο Τοπάλ Οσμάν. Όπως φαίνεται και από τα κρατικά αρχεία ο Μουσταφά Κεμάλ δίνει μεγαλύτερη σημασία στο ποντιακό ανταρτικό κίνημα παρά στο Ελληνικό Κράτος. Για το λόγο αυτό κινητοποιεί δύο σώματα στρατού και κινητοποιούνται 30 χιλιάδες Τούρκοι στρατιώτες εναντίον των 18 χιλιάδων ανταρτών των οποίων η ηγεσία αριθμεί από 300 αντάρτες.

Οι αντάρτες αν και δεν επιτυγχάνουν να αποτρέψουν τον εκτοπισμό των Ελλήνων του Πόντου, δημιουργούν “απελευθερωμένες περιοχές” στα βουνά στις οποίες καταφεύγουν οι Έλληνες από τα καταστραμμένα τους χωριά. Η δημιουργία νέων ανταρτικών ομάδων και την αδυναμία του Τουρκικού στρατού να τους εξουδετερώσει οδηγεί σ’ ένα τοπικό συμβιβασμό κατά τον οποίο τα Τουρκικά χωριά έναντι της ασφάλειας τους παρέχουν τροφή και υλικά στους Πόντιους αντάρτες.

Το Τέλος του Κινήματος και η Εκδίωξη


Οι συνεχείς εκκλήσεις των ανταρτών για βοήθεια τόσο από τον Βενιζέλο όσο και από τους Βασιλικούς μένουν αναπάντητες. Το Ελληνικό κράτος δεν κατάλαβε ποτέ τον αγώνα ανεξαρτησίας του Πόντου ή δεν θέλησε να τον καταλάβει. Όταν το Δορύλαιο (Εσκίσεχιρ) καταλήφθηκε από τον Ελληνικό στρατό η Ποντιακή Επιτροπή από την Κωνσταντινούπολη επισκέφθηκε τον Έλληνα Πρωθυπουργό που βρισκόταν εκείνη την περίοδο στη Σμύρνη. Αν και προέβη σε μια τελευταία έκκληση για την αποστολή στρατιωτικής βοήθειας στον Πόντο, το αίτημα αυτό απορρίφθηκε από το Ελληνικό Γενικό Επιτελείο που προετοιμαζόταν να πορευθεί προς την Άγκυρα. Για ακόμη μια φορά η Ελλαδική Κυβέρνηση είχε αφήσει τους Ποντίους μόνους τους.

Η διαμορφωθείσα κατάσταση μετά από τις πρώτες επιτυχίες των ανταρτών και την προσπάθεια τους για ενότητα οδηγεί σε κάμψη της ισχύος τους από την απουσία ενοποιημένης κοινής διοίκησης. Η κάμψη του ηθικού μεταξύ των ανταρτών είναι γρήγορη. Ο Τουρκικός στρατός με τη βοήθεια των Μπολσεβίκων αναδιοργανώνεται και με τη βοήθεια των Ιταλών και Γάλλων ενισχύει τη θέση του. Οι εξελίξεις αυτές αποθαρρύνουν την τάση μεταξύ των ανταρτών να δημιουργήσουν κοινό στρατηγείο διοίκησης σε βαθμό που αρχίζουν τα αντάρτικα σώματα να αυτονομούνται και ακόμα να συγκρούονται μεταξύ τους μερικές φορές. Το τέλος είναι τραγικό. Παρ’ όλη την αποστασιοποίηση του Ελληνικού Κράτους, στο Ποντιακό κίνημα παρουσιάζεται πάντοτε η τάση ταυτοποίησης με το Ελληνικό Κράτος. Σαν παράδειγμα όταν το 1921 ο Ελληνικός στρατός προχωράει προς τα ενδότερα ο Κυριάκος Παπαδόπουλος γνωστός με το όνομα Παρασκούλις (Κοντοπόδαρος) προσπαθεί με 500 Πόντιους αντάρτες να ενωθεί με τον Ελληνικό Στρατό. Το κόστος της αυτόνομης δομής του Ποντιακού αντάρτικου πληρώνεται με μεγάλο κόστος. Οι μονάδες που συγκροτούνται από το στρατηγό Ανόνια στο Βατούμι διαλύεται από τους Μπολσεβίκους. Υπάρχουν μαρτυρίες Ποντίων ανταρτών που συλλαμβάνονται στη Ρωσία και παραδίδονται στους Τούρκους. Η Τουρκό- Σοβιετικοί προσέγγιση καταλήγει στην αρνητική στάση των Μπολσεβίκων προς τα απελευθερωτικά κινήματα στην Ανατολή. Εξάλλου υπάρχουν καταγγελίες από τους Ποντίους για σύλληψη τους από τους Αμερικανούς ναυτικούς που βρίσκονται στην περιοχή και στη συνέχεια παραδίδονται στην Αμμάσεια στα Τουρκικά δικαστήρια.

Η Κυβέρνηση της Άγκυρας για να εμποδίσει τη δράση των ανταρτών στην περιοχή αρχίζει την εκκένωση και εξορία των Ελληνικών χωριών που παρέχουν στους αντάρτες.

Η Άγκυρα είναι αποφασισμένη να στρατολογήσει όλους που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο τη σταθερότητα στην περιοχή. Όπως στην των Οθωμανών στρατολογούνται όλοι οι μη-μουσουλμάνοι σε τάγματα εργασίας. Αν και ένα μέρος των Ποντίων δεν υπακούει ένα μέρος οδηγείται στα Αμελέ Ταμπουρλαρι και με τον τρόπο αυτό να αδρανοποιηθεί.

Στη συνέχεια αρχίζει η συλλογή των όπλων στην περιοχή αρχίζοντας από τους μη-μουσουλμάνους. Προβάλλεται αντίσταση στις μονάδες που έρχονται να μαζέψουν όπλα στην περιοχή της Σαμσούντας και σε άλλες περιοχές όπως επίσης παρουσιάζεται σοβαρή αντίσταση στις περιοχές Τοκάτι, Τσαρσαμπά και στην περιοχή Νεμπιάν της Μπάφρας. Η προσπάθεια αυτή του Τουρκικού στρατού που ξεκινάει την 6 Απριλίου 1921 παρ’ όλη την ασκούμενη σοβαρή βία δεν επιτυγχάνει. Οι στρατιωτικές μονάδες ενισχυμένες με το σύνταγμα της Κερασούντας αποτυγχάνουν στις περιοχές Τσαρσαμπά και Νεμπιάν. Η Κυβέρνηση της Άγκυρας κηρύσσει την περιοχή του Πόντου ως εμπόλεμη ζώνη και αποφασίζει την εξ’ ολοκλήρου εξορία όλων των Ελλήνων του Πόντου την 21 Ιουνίου 1921. Εξάλλου οι περισσότερες υπαίθριες περιοχές έχουν ήδη εκκενωθεί και τα χωριά έχουν πυρποληθεί. Μετά από την απόφαση αυτή στις 16 Ιουνίου η Εκτελεστική Επιτροπή με το φόβο μιας Ελληνικής απόβασης στην Σαμσούντα αποφασίζει τον εκτοπισμό όλων των Ελλήνων της περιοχής από 16 μέχρι 50 ετών. Αρχίζει η σύλληψη όλων των ανδρών στις περιοχές Σαμσούντας, Μπάφρας και Αλατσάμ. Την επόμενη μέρα αναχωρεί η πρώτη ομάδα των εκτοπισμένων. Η ομάδα αυτή στην πόλη Καβάκ δέχεται πυρά, κατά τους Τούρκους από τους Έλληνες αντάρτες και κατά τους Έλληνες από τους Τούρκους φρουρούς και σκοτώνονται πολλοί.

Παρόμοια γεγονότα συμβαίνουν κατά τις μετακινήσεις τον μήνα Ιουνίου. Τα επεισόδια προκαλούνται από τα Τουρκικά σώματα άτακτων (Τσετέδες) που επωφελούνται από τη στάση των συνοδών φρουρών των εξορισμένων. Στις επιθέσεις αυτές παίζουν σημαντικό ρόλο οι άτακτες ομάδες του Τοπάλ Οσμάν και του Σακί Αλί από την Τοκάτι. Λόγω των αντιδράσεων από τα συμβάντα σε έγγραφο που στέλνει το Υπουργείο Εσωτερικών στις 25 Ιουνίου 1921 αναφέρεται ότι η μετακίνηση των Ελλήνων γίνεται για στρατιωτικούς λόγους και δεν πρόκειται για εκτόπιση και ότι δεν πρέπει να εξορίζονται τα γυναικόπαιδα και ότι πρέπει να προστατεύονται η ζωή, οι περιουσίες και η τιμή των γυναικών που θα μείνουν πίσω. Ζητείται στο έγγραφο η επιβολή αυστηρών ποινών στους κρατικούς υπαλλήλους που προβούν σε ενέργειες κατά των γυναικόπαιδων και των εξορισμένων ανδρών. Ωστόσο μαθαίνουμε από τον Υπουργό Υγείας της εποχής Ριζά Νούρ ότι στην πράξη τα πράγματα δεν ήταν καθ’ όλου έτσι. Ο Ριζά Νούρ που υπήρξε και κύριος διαπραγματευτής στη Λωζάννη αναφέρει στα απομνημονεύματα του τις συνομιλίες του με τον Τοπάλ Οσμάν. Του λέω, Αγά καθάρισε τον Πόντο καλά: “Μην αφήνεις πέτρα – πάνω σε πέτρα στα Ελληνικά χωρία του Πόντου”. Με απάντησε: “Έτσι κάνω, όμως επειδή οι εκκλησίες τους και τα κτίρια τους μπορούν να χρησιμεύσουν τα φυλάω”. Του είπα: “Γκρέμισε και αυτά, μάλιστα σκόρπισε τις πέτρες μακριά. Δεν ξέρεις τι γίνεται, μην πουν κάποτε ότι εδώ υπήρχε εκκλησία”. Η απάντηση που έδωσε ο Τοπάλ Οσμάν ήταν “Πράγματι έτσι θα κάνω, δεν το σκέφτηκα τόσο καλά”. Λέει ο Ριζά Νούρ ότι ο Τοπάλ Οσμάν είναι ένας νέος Κιόρογλου.

Όταν η Κυβέρνηση της Άγκυρας αναγκάζεται να στείλει στρατεύματα από την περιοχή του Πόντου στο δυτικό μέτωπο, μειώνεται η ροή των εξοριών. Μετά από την αποτυχία του Ελληνικού στρατού στον Σαγγάριο αρχίζει η κυρία επιχείρηση στον Πόντο. Την περίοδο αυτή εντείνονται οι επιχειρήσεις κατά των Ελλήνων ανταρτών στα βουνά και παράλληλα οι εξορίες που συνεχίζονται με ένταση. Στις αποστολές εξοριών συμπεριλαμβάνονται και τα γυναικόπαιδα με εντολή του Νουρετίν Πασά πλέον παρόλο που στην αρχική διαταγή για εξορία δεν υπάρχει τέτοια εντολή. Για το θέμα αυτό δεν υπάρχει καμία αντίδραση των ανωτέρων του. Κατά τον Νουρετίν Πασά “οι Έλληνες (Ρωμιοί) είναι φίδια και τα δηλητήρια αυτών φιδιών είναι οι γυναίκες”. Οι γυναίκες υποστηρίζουν σωματικά, ηθικά και υλικά τους άνδρες τους που έχουν συναρπαστεί με το όνειρο του Πόντου. Εξάλλου στα δικαστήρια της Αμμάσειας δικάζονται και γυναίκες που κατηγορούνται για κατασκοπεία, υπόθαλψη σε εγκλήματα και υπόκρυψη εγκληματιών.

Στη διάρκεια των επιχειρήσεων στον Πόντο, στις συζητήσεις που γίνονται στη Βουλή της Άγκυρας, παύεται από τη θέση του διοικητή της Κεντρικής Στρατιάς ο Ναυρεντίν Πασάς λόγω παρανόμων ενεργειών και ανικανότητας στις 8 Νοεμβρίου 1921, στις 8 Φεβρουαρίου καταργείται η διοίκηση της Κεντρικής Στρατιάς και αναλαμβάνει την ευθύνη των επιχειρήσεων το Υπουργείο Εσωτερικών με την 10η ταξιαρχία. Διοικητής της ταξιαρχίας διορίζεται ο Τζεμίλ Τζαχίτ Μπέης. Οι ενισχυμένες δυνάμεις από πλευράς ανδρών και όπλων περατώνουν την υπόθεση που σέρνει χρόνια τον Φεβρουάριο του 1923.

Στην πραγματικότητα η αρχή του τέλος στον Πόντο ξεκινάει τον Δεκέμβριο του 1920. με την ολοκληρωτική ήττα των Αρμενίων στο τέλος του 1920 οι Κεμαλιστές έρχονται σε απευθείας επικοινωνία με τους Μπολσεβίκους. Η βοήθεια που ρέει από τους Σοβιετικούς προς τους Κεμαλιστές και από την άλλη πλευρά με τις συμφωνίες που υπογράφονται μεταξύ των Σοβιετικών – Άγγλων, Σοβιετικών – Τούρκων και της Αγγλίας με τον Μπεκίρ Σαμί στις 16 Μαρτίου 1921 έχει καθοριστεί η μοίρα του Ποντιακού κινήματος. Μετά από την ημερομηνία αυτή οι Άγγλοι κηρύσσουν την ουδετερότητα τους. Με πρώτο το Ελλαδικό Κράτος όλοι εγκαταλείπουν τους Έλληνες του Πόντου στην τύχη τους. Η Αγγλία υποστηρίζει την Τουρκία ως ενδιάμεσο κράτος με την Σοβιετική Ένωση. Η “reel politik” της εποχής – ας πούμε και detant – είναι η αιτία που καθορίζει το τέλος του ποντιακού κινήματος. Τα τελευταία ανταρτικά σώματα που μένουν μετά από την υπογραφή της συνθήκης της Λωζάννης διαφεύγουν από τα παράλια του Πόντου στην Ελλάδα με πλοία ή στην Ρωσία.

Ωστόσο ακόμα και ένα χρόνο μετά από την αποχώρηση του Ελληνικού στρατού από την Μικρά Ασία υπάρχουν αντάρτικα σώματα στα βουνά του Πόντου που πολέμου.

Σύμφωνα με τους αριθμούς που δίνει η Κεντρική Ένωση του Πόντου στην Αθήνα ο αριθμός των θυμάτων της περιόδου 1914-1922 είναι συνολικά 303.238 άτομα.

Απ’ αυτό τα 232.556 δολοφονήθηκαν στην διάρκεια του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου. Ενώ την περίοδο του Αυγούστου 1922 μέχρι την άνοιξη του 1924 ο αριθμός των θανάτων είναι 50.000 στην πλειοψηφία τους γυναικόπαιδα. Σ’ αυτούς τους αριθμούς δεν συμπεριλαμβάνονται τα θύματα την ανταλλαγή. Εκτιμάται ότι κατά τη διάρκεια της ανταλλαγής ο αριθμός των νεκρών Ελλήνων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Τουρκία είναι περίπου 200.000.

Ο Γ. Βαλαβάνης εκτιμά ότι ο αριθμός των θυμάτων μέχρι το 1924 είναι 353.000.

Το Ποντιακό κίνημα συνθλίβει στο περιβάλλον “reel politik” στο τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Δημιουργήθηκαν κάτω από τα βλέμματα των νικητριών δυνάμεων οι προϋποθέσεις για την Γενοκτονία του Ελληνισμού του Πόντου.

υποβλήθηκε από

efes_dark

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s