6/7 Σεπτέμβρη 1955: Αμεσες και σύγχρονες αντιλήψεις για το πογκρόμ στην Τουρκική κοινωνία

Posted: October 2, 2010 in Κοινωνιολογία και Ιστορία-Socioloji ve Tarih
Tags: , ,

του Κατσάνου Γιώργου

Τα «Σεπτεμβριανά» γεγονότα αποτελούν ζήτημα διεξοδικών συζητήσεων για τους ακαδημαικούς κύκλους της Ελλάδας και της Τουρκίας. Με αφορμή την 53η επέτειο των «Σεπτεμβριανών», η ακόλουθη προσέγγιση αποσκοπεί στο να καταδείξει τη γνώση της Τουρκικής κοινωνίας για το γεγονός στο παρελθόν σε αντιδιαστολή με τη γνώση του πογκρόμ σήμερα. Κοντολογίς, «πώς η Τουρκική κοινωνία εξέλαβε την οχλοκρατική αυτή διαδήλωση τοτε  και τί αντιλαμβάνεται σήμερα».

Το πογκρόμ εναντίον των μη-μουσουλμανικών μειονοτήτων που ζούσαν στην Κωνσταντινούπολη αναγνωρίστηκε εμμέσως απο την Τουρκική ηγεσία, η οποία συνήθως αρνείται τις αδυναμίες της σε σχέση με την πολιτική της απέναντι στις μειονότητες. Ο τίτλος του βιβλίου του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες «Το Χρονικό ενός Προαναγγελθέντος Θανάτου» αντικατοπτρίζει απόλυτα την προμελετημένη φυση των επεισοδίων που στιγμάτισε κυρίως τη Ρωμείκη μειονότητα τις δεκαετίες που θα ακολουθούσαν.

Σύμφωνα με την Γκιουβέν, τα «Σεπτεβριανά» εντάσσονται σε μια σειρά μέτρων που εφάρμοσε η Άγκυρα στα πλαίσια της οικονομικής, πολιτικής και εθνικής ομογενοποίησης της Τουρκικής κοινωνίας, στοχεύοντας παράλληλα στη δημιουργία μιας Τουρκικής, Μουσουλμανικής αστικής τάξης. Αντιθέτως, θεωρείται απατηλός ο συσχετισμός των γεγονότων με το Κυπριακό ζήτημα. Αν ίσχυε η συσχέτιση αυτή, τότε αυτομάτως και η επίθεση εναντίον των Αρμενίων και των Εβραίων εκείνη τη νύχτα -που επλήγησαν και αυτοί σοβαρά-  θα έπρεπε να οφείλεται στο Κυπριακό. Το Κυπριακό ζήτημα ήταν δηλαδή, υπόθεση των Ελληνοτουρκικών σχέσεων ενώ τα «Σεπτεμβριανά» άνηκαν στη εγχώρια πολιτική ατζέντα, που αναμφισβήτητα αμαύρωσαν το κοινωνικό προφίλ της νεοιδρυθείσας Τουρκικής δημοκρατίας[1]. Αυτή η σειρά των μέτρων συμπεριλαμβανομένων και των επεισοδίων, κατέδειξε τη τακτική του καθεστώτος, τουτέστιν την υποβίβαση του ρόλου των μη-μουσουλμανικών μειονοτήτων στη Τουρκική κοινωνία με οποιοδήποτε τίμημα[2].

Λαμβάνοντας υπόψιν τις μαρτυρίες εως σήμερα, το έργο της καταστροφής εκείνη τη νύχτα διενεργήθηκε από υπέρ-εθνικιστές οι οποίοι προσεταιρίστηκαν ταραχοποιούς, χούλιγκανς και κάθε πολέμιο της  εξουσίας και του πλούτου. Οι παραπάνω ομάδες ευνοήθηκαν των συγκυριών και συμμετείχαν στην καταστροφή[3].

Είναι αποδεδειγμένο ότι υπερ-εθνικιστικές οργανώσεις, όπως «Η Κύπρος είναι Τουρκική», υπό την καθοδήγηση της κυβέρνησης Μεντερές, υποδαύλισαν ένα πολύ καλά οργανωμένο σχέδιο εκείνη τη νύχτα, εξάπτοντας εθνικιστικά και θρησκευτικά πάθη. Για να ερμηνευτεί ο ρόλος της κυβέρνησης στην υποκίνηση μιας τέτοιας άγριας μορφής εθνικιστικού και θρησκευτικού μένους οφείλει κανείς να υπογραμμίσει τον παράγοντα που υπεβόσκε, δηλαδή τον ημιαυταρχικό λαϊκιστικό χαρακτήρα του καθεστώτος Μεντερές[4]. Ένα τέτοιο καθεστώς λοιπόν, ωθεί τους ανθρώπους χωρίς κριτική σκέψη στον ασυνείδητο ενστερνισμό των σκοπών του.Με άλλα λόγια δηλαδή οδηγούνται σε έναν ασυνείδητο ιδεολογικό και πολιτικό πειθαναγκασμό. Συνεπώς, ο καταλύτης των επεισοδίων στη περίπτωση του 1955 είναι ότι ο όχλος απαρτίζονταν από ανθρώπους αμόρφωτους  και από το λούμπεν προλεταριάτο.

Αυτό το πλήθος υποκινήθηκε από την Τουρκική ελίτ, η οποία χρησιμοποίησε την θρησκεία σαν όχημα για την εκπλήρωση των σκοπών της. Ο απώτερος στόχος ήταν ότι αυτός ο θρησκευτικά διαποτισμένος εθνικισμός θα λειτουργούσε ως εναρκτήριο λάκτισμα που θα πυροδοτούσε τη μανία του όχλου εναντίον των «άλλων». Συνοπτικά, οι ταραξίες  αυτοπροσδιορίζονταν ως «Τούρκοι-Μουσουλμάνοι» οι οποίοι αντιτίθενται στους « Έλληνες και Αρμένιους Χριστιανόυς». Η καταστροφή ολοκληρώθηκε με εμφανείς  τις οικονομικές και ηθικές  συνέπειες στις μειονότητες αρχικά, αλλα και στο γόητρο του Τουρκικού κράτους στη συνέχεια.

Ως φυσικό επακόλουθο των γεγονότων, η Τουρκική κοινωνία ήταν αναμφίβολα πεπεισμένη ότι τα επεισόδια συνδέονταν άμεσα με το Κυπριακό ζήτημα. Η κοινή γνώμη είχε παραπλανηθεί απο τη προπαγάνδα και απο τους επιδέξιους χειρισμούς που εκπορεύονταν από τα Μέσα Μαζικής ενημέρωσης, ενώ παράλληλα ενορχηστρώνοταν η προσπάθεια του Τουρκικού κράτους να περιορίσει το μη-μουσουλμανικό στοιχείο. Η κρατική μηχανή υπό τη σκέπη του Μακαρθισμού, ο οποίος κατείχε κυρίαρχη θέση στις Δυτικές κοινωνίες, άρχισε να δημιουργεί τις προυποθέσεις για την επιφόρτιση της ευθύνης στους Κομμουνιστές[5]. Στη πραγματικότητα η διεθνής κοινή γνώμη δεν πίστεψε ότι οι Κομμουνιστές ήταν οι δράστες, αντιθέτως αντιμετώπιζε την Τουρκική κυβέρνηση με καχυποψία, καθώς υπήρχε η αίσθηση οτι με το κομμουνιστικό πρόσχημα ο Μεντερές συγκάλυπτε την υπάρχουσα κατάσταση[6] .

Παράλληλα, εξαιτίας και της «Ινουνοφοβίας» του, ο Μεντερές επιχείρησε να επιβληθεί αυταρχικά στην αντιπολίτευση, δηλαδή στους γραφειοκράτες και στο στρατό που ήλεγχαν τους θεσμούς πριν από τον ίδιο. Έτσι  δηλώνε την ισχυρή παρουσία και ετοιμότητα να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε πρόκληση θα μπορούσε να θέσει υπο αμφισβήτηση την κυριαρχία του.

Μέχρι και 2 εβδομάδες μετά τα επεισόδια το ελληνικό προξενείο είχε καταγράψει αναρίθμητες περιπτώσεις  Ρωμιών που αναζητούσαν  διαφυγή προς την Ελλάδα[7]. Το ελληνικό προξενείο μαζί με το Πατριαρχείο ωστόσο, επιχειρήσαν να αναχαιτήσουν ένα ενδεχόμενο μεταναστευτικό κύμα. Οι προσπάθειες των φορέων της Ρωμέικης κοινότητας επικεντρώθηκαν στον να επιστήσουν την προσοχή της Ελληνικής πλευράς στην ανοικοδόμηση και στη σταθεροποίηση της κοινότητας  και όχι στη φυγή της από την χώρα[8]. Η επιχείρηση της «απο-Ρωμιοποίησης» των αστικών κέντρων ειχε αποτύχει τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή καθώς και ο Ρωμέικος Τύπος συνέβαλε προς αυτό το σκοπό, τονίζοντας με ένθερμα άρθρα στη μειονότητα ότι όφειλε να συνεχίσει να αγωνίζεται για να αποδείξει οτι τα μέλη της είναι Τούρκοι πολίτες και δεν πρέπει να εκπατριστούν[9]. Παρόλα αυτά οι οικονομικές πληγές ηταν δυσβάστακτες ενώ αναβιώθηκε στη μνήμη ορισμένων Ρωμιών ο «Κεφαλικός φόρος» και τα «Τάγματα εργασίας» κατά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα γεγονότα της 6/7ης Σεπτεμβρίου δεν συνίσταντο μόνο από την εκτεταμένη υλική καταστροφή  αλλά συνάμα δημιούργησαν έντονη ανασφάλεια στους κύκλους  των Ρωμιών, οι οποίοι απογοητευμένοι απο τη στάση του Τουρκικού κράτους, δεν εμπιστεύονταν το κρατικό οικοδόμημα. Ένιωθαν πλέον «Πολίτες δεύτερης κατηγορίας»[10] .

Οι μη- μουσουλμανικοί πληθυσμοί δεν θεώρησαν υπεύθυνο το «Δημοκρατικό κόμμα» για το ξέσπασμα των γεγονότων, γι΄αυτό το λόγο το στήριξαν στις εκλογές του 1957. Παρότι σε πρώτο πλάνο σκόπευαν να μποϊκοτάρουν το κόμμα του Μεντερές, η παραδοσιακή εχθρότητα και ο φόβος που ήταν εμφανείς στους κύκλους της μειονότητας απέναντι στο κόμμα του Ινονού, ανάγκασε τα μέλη της να στραφούν ξανά προς το κυβερνών κόμμα[11].

Τελικά έγιναν ορισμένες προσπάθειες για την απόδοση της δικαιοσύνης, αλλά αυτές δε στόχευαν, παρά μόνον στη μεταστροφή της παγκόσμιας κοινής γνώμης.

Από οικονομικής πλευράς, η κυβέρνηση γνώριζε ότι όφειλε να αποζημώσει έστω και μερικώς τα θύματα αφού προσέβλεπε στην θετική θέαση του πράγματος από την πλευρά της παγκόσμιας κοινής γνώμης. Με άλλα λόγια θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι αυτή η αποζημίωση είχε εν μέρει απολογητικό χαρακτήρα. Η αποζημίωση τελικά  μετετράπη σε έρανο κατά τον οποίο τα ποσά τα οποία προσέφεραν οι δωρητές  έδειχναν περισσότερο την αφοσίωσή τους προς την κρατική εξουσία παρά την συνδρομή τους προς τους πληγέντες. Συνελόντι ειπείν, οι δωρεές αυτές εδόθησαν  «για το θεαθήναι» (όπως ορθά αναφέρει σε ραδιοφωνική εκπομπή ο Μιχάλης Βασιλειάδης) καθώς αυτές οι επιδοτήσεις δείχνουν ανεπαρκείς για την ανοικοδόμηση των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, που είχαν πληγεί[12]. Η Τουρκία διεκήρυξε σε κάθε τόνο παγκοσμίως αυτές  τις κρατικές  πρωτοβουλίες, παρότι κάθε προσπάθεια της αποσκοπούσε στη βελτίωση της εικόνας του ίδιου του Μεντερές.

Από νομικής πλευράς, τώρα, ο Οκτάυ Ενγκίν ο οποίος  τοποθέτησε τη βόμβα στο Τουρκικό προξενείο στη Θεσσαλονίκη αθωώθηκε στις δίκες του Γιασσίαντα. Ο Ακάρ ορθώς ισχυρίζεται ότι απαλλάχτηκε των κατηγοριών  καθώς αν είχε καταδικαστεί, ως δημόσιος φορέας που ήταν, όλο το κρατικό οικοδόμημα θα έπρεπε να καταδικαστεί μαζί με αυτόν[13]. Οι δίκες βέβαια που αφορούσαν τα ενδοκυβερνητικά ατοπήματα  στήθηκαν για να καταδικαστεί αποκλειστικά και μόνον το δημοκρατικό κόμμα και όχι ολόκληρος ο κρατικός μηχανισμός. Οι δίκες ξεκίνησαν τον Οκτώβριο του 1960 και ολοκληρώθηκαν τον Ιανουάριο του 1961 ενώ ένα από τα ζητήματα που θα εξετάζονταν ήταν και τα «Σεπτεμβριανά». Όπως γίνεται κατανοητό, το πολιτικό πλαίσιο ήταν εύθραυστο εξαιτίας και των εντάσεων μεταξύ των γραφειοκρατών και του στρατού του Ινονού από τη μία, και του Μεντερές από την άλλη.

Οι δίκες κατέδειξαν μερικώς την ανάμειξη του Δημοκρατικού κόμματος , ενώ καταλογίστηκαν ευθύνες σε οργανώσεις όπως η «Η Κύπρος είναι  Τουρκική», της οποίας ο Μεντερές ήταν ο πάτρονας αν και αρνήθηκε την συμμετοχή του στη σύστασή της[14].

Εξετάζοντας το θέμα από ηθικής πλευράς τώρα, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι  ο Νεοκλής Σαρρής διενήργησε έρευνα σχετικά με τις δίκες του Γιασσίαντα. Σύμφωνα με την έρευνα αυτή καθίσταται φανερό ότι δεν υπήρξε ούτε ηθική αποκατάσταση, αν αναλογιστεί κανείς ότι οι δράστες δεν καταδικάστηκαν σύμφωνα με το άρθρο 141 του Ποινικού Κώδικα, που σχετίζεται με την προσβολή των πολιτικών δικαιωμάτων, σε ζητήματα φυλής. Δεν υπήρξε καμμία απολύτως αναφορά στο άρθρο 495 που αφορά την «λεηλασία», στο άρθρο 177 που αφορά η σύλλιση των ναών και των τάφων. Στη συνέχεια τονίζει ότι οι δράστες κατηγορήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 517 που αφορά τη φθορά ξένης περιουσίας που φαινομενικά ανήκει στη κρατική περιουσία. Εφόσον αυτή λοιπόν η περιουσία άνηκε στη Τουρκία απλά καταστράφηκε. Δε γίνεται ούτε λόγος φυσικά για το τρόπο μεταβίβασης του κεφαλαίου από τα μη μουσουλμανικά χέρια στα μουσουλμανικά[15].

Το πραξικόπημα του 1960 και οι απαγχονισμοί στελεχών του Δημοκρατικού κόμματος  σήμανε εκτός από την απαρχή της μετάβασης από το ένα καθεστώς στο επόμενο, το κλείσιμο της υπόθεσης των «Σεπτεμβριανών» και για τη διεθνή κοινή γνώμη. Η τουρκική κοινή γνώμη φάνηκε να αναγνωρίζει σταδιακά τους πραγματικούς υπαιτίους και ιδιαίτερα μετά τις δίκες στο Γιασσίαντα.

Από τα προαναφερθέντα γίνεται προφανές  ότι η επούλωση του τραύματος για το θύμα δεν επετεύχθη. Δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε εδώ, ότι ενα απολύτως αναγκαίο γνώρισμα για την ομαλή λειτουργία ενός δημοκρατικού συστήματος, η αυτοκριτική, ήταν απούσα μετά τα γεγονότα.

Η ιδέα της διαρκούς απειλής της χώρας από «εσωτερικούς εχθρούς» περιθωριοποιούσε και εξακολουθεί να παραγκωνίζει τους μη- μουσουλμάνους πολίτες που ζουν στην κοινωνία, ενώ το κράτος είναι συνήθως πρόθυμο να κατασκευάζει εχθρούς που «απειλούν την ενότητα και τις αρχές του Τουρκισμού» . Η ουσία αυτής της ιδεολογίας αναφέρεται στη θεωρία του Ρουσώ «περί ηθικής ανισότητας», δηλαδή της επιλεκτικής μεταχείρισης ενός τμήματος της κοινωνίας, το οποίο υποβιβάζεται με βάση τους  πολιτικούς και οικονομικούς όρους. Με λίγα λόγια, η «ηθική ανισότητα» γίνεται πράξη όταν η κρατική εξουσία σέβεται περισσότερο την υπόστασή της , από ότι σέβεται ενα συγκεκριμένο κομμάτι της κοινωνίας, που στη περίπτωση της Τουρκίας είναι οι μη-μουσουλμανικοί πληθυσμοί. Η μετάβαση προς τον εθνικιστικό εκμοντερνισμό έφερε λοιπόν στην επιφάνεια αναπόφευκτα προβλήματα, καθότι τα κοινωνικά δικαιώματα έγιναν μέσω του κράτους,  το οποίο απέβλεπε στο να εκτείνει τη νομιμότητα του στους πληθυσμούς. Συνεπώς το πογκρόμ ενάντια στους μη-μουσουλμανικούς πληθυσμούς την 6/7 Σεπτεμβρίου του 1955 υλοποιήθηκε και η νομιμότητα του κράτους τέθηκε σε ισχύ.

Στο λυκαυγές του 21ου αιώνα, θέματα που αφορούν τη θέση των μειονοτήτων στην σύγχρονη Τουρκία είναι στην ατζέντα της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής. Η δυνητική ένταξη εξάλλου της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή ¨Ενωση διαδραμάτισε αποφασιστικό ρόλο. Συζητήσεις επί συζητήσεων και ντοκυμαντέρ που προβάλλονται στη τηλεόραση και αφορούν τα επεισόδια του 55, υποδηλώνουν οτί πραγματοποιείται ενα βήμα προς την αυτοκριτική. Είναι εύληπτο πλέον ότι η απουσία των μη- μουσουλμανικών μειονοτήτων επηρέασε βαθιά την Τουρκική κοινωνία. Η έλλειψη της πολυεθνικής ατμόσφαιρας που προυπήρχε στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου δημιούργησε μία αίσθηση μελαγχολίας που τονίζεται από τον Τύπο και ακόμη περισσότερο μέσα απο την λογοτεχνία και τις τέχνες. Ο νομπελίστας Ορχάν Παμούκ, ο Νεντίμ Γκιουρσέλ ακόμη και ο φωτογράφος Αρά Γκιουλέρ τονίζουν αυτή την έλλειψη. Ο Γκιουρσέλ γράφει «όχι..η Πόλη δεν έπεσε το 1453. η Πόλη έπεσε σήμερα.. η μία μετά την άλλη οι γειτονιές του Πέρα, η Εβραϊκή, η ρωμέικη, η Λεβαντίνικη γκρεμίστηκαν. Στη θέση τους χτίστηκαν ουρανοξύστες και ακριβά ξενοδοχεία. Τάνκερ ξεπάτωσαν τα γυαλιά του Βοσπόρου, χύθηκε μπετόν στις όχθες του. Φύγαν οι «άλλοι», τίποτε πια δε μένει από τη κοσμοπολίτικη Ιστανμπούλ… αραίωσαν και αυτοί που πήγαιναν στις μικρές κόκκινες τουβλόχτιστες εκκλησίες , στη συναγωγή δίπλα στο σοκάκι με τα κακόφημα σπίτια. Έτσι είναι πια. Εάλω η πόλις. Η όχθη αυτή οι δρόμοι, τα σπίτια… η Πόλη μου η πανέμορφη, που έχει χτιστεί εκεί που σμίγουν τρείς θάλασσες[16]».

Ο Αρά Γκιουλέρ, όταν έδωσε συνέντευξη στον Ντανιέλ Ροντώ δήλωσε «Δεν φωτογραφίζω πια την Πόλη, παραβρέθηκα στη καταστροφή της. Είδα το παλιό Αρμένικο νεκροταφείο να κατεδαφίζεται από τις μπουλντόζες για να μπουν τα θεμέλια των ξενοδοχείων Ντιβάν και Χίλτον. Είδα σπίτια να κατεδαφίζονται το ένα μετά το άλλο. Μαζί με τα σπίτια σάρωναν και έναν τρόπο ζωής»[17].

Συγκριτικά τώρα με τη λογοτεχνία , τα ντοκυμαντέρ είναι πλέον εύληπτα καθώς μέσω αυτών η εικόνα έχει μια επιδραστική ικανότητα να τονίζει συναισθήματα και αντιδράσεις με απλοϊκό τρόπο. Το πρώτο ντοκυμαντέρ που αφορούσε τα γεγονότα του 1955 προβλήθηκε στη Τουρκική τηλεόραση το 2003, και σκηνοθετήθηκε από τον Τζαν Ντουντάρ. Ο τίτλος της εκπομπής και μόνον, Utanç Gecesi[18] στα Τουρκικά (η Νύχτα της ντροπής στα ελληνικά), υποδηλώνει μια αυτοκριτική διάθεση των παραγωγών. Στο ντοκυμαντέρ αυτό ένας απο τους υπαίτιους, ο Χικμέτ Μπίλ, αποκάλυψε κρυφές πτυχές των επεισοδίων περιγράφοντας το πολιτικό παρασκήνιο της εποχής. Ο Αϊντίν Μεντερές , γιος του πρώην πρωθυπουργού δήλωσε ότι « το βαθύ κράτος διέπραξε τα γεγονότα φιλοδοξώντας  να απαλλέιψει τις μειονότητες από την Κωνσταντινούπολη». Η εκπομπή ολοκληρώνεται με την φράση «Εκείνη η μέρα ήταν μια από τις πλέον επονείδιστες πτυχές της σύγχρονης Τουρκικής ιστορίας»[19].

Η ταινία μικρού μήκους Çıkmaz[20] (αδιέξοδο) αναφέρεται σε ένα σοκάκι στα Ψωμαθειά που άλλαξε δημογραφικά μετά τα γεγονότα του 1955. Αυτό το αδιέξοδο κατοικούνταν εκείνο τον καιρό από Αρμένιους και Ρωμιούς. Τα επεισόδια αλλοίωσαν τα χαρακτηριστικά του δρόμου καθώς οι κάτοικοί του έφυγαν απο την Πόλη και αντικαταστάθηκαν από ανθρώπους της υπαίθρου που μετανάστευσαν και αυτοί με τη σειρά τους από την Ανατολία. Οι συνεντεύξεις μιας Κουρδικής οικογένειας που ζει πλέον εκεί  καταδεικνύουν  τις συνθήκες κοινωνικού αποκλεισμού της, ενώ παρατηρούνται τα κοινά γνωρίσματα που μοιράζονται με τους  Αρμένιους και τους Ρωμιούς που άφησαν και αυτοί αυτόν τον αδιέξοδο δρόμο για να ξενιτευτούν. Είναι όλοι τους ανθρώπινα πλάσματα που δεν λησμονούν τη γη τους και αισθάνονται νοσταλγία για το παρελθόν. Οι Κούρδοι νιώθουν περιθωριοποιημένοι και απομονωμένοι στη Κωνσταντινούπολη, αναπολούν τη ζωή τους στο χωριό της καταγωγής τους ενώ οι μη-μουσουλμάνοι αισθάνθηκαν παρόμοια δυσάρεστα συναισθήματα, εγκαταλείποντας τη γενέτειρά τους για να μεταναστεύσουν προς ενα μακρινό και άγνωστο προς αυτούς τόπο. Αυτή η απότομη και βίαιη δημογραφική μεταβολή ανέδειξε νέες αντιθέσεις στις γειτονιές. Τελικά οι γειτονιές, οι οποίες ήταν συνήθως θρησκευτικά ετερογενείς και κοινωνικά ομοιογενείς μετατράπηκαν σε θρησκευτικά ομοιογενείς και κοινωνικά ετερογενείς. Ένας αλιέας από τα Ψωμαθειά ισχυρίζεται «Τι μπορώ να πώ εγώ με έναν άνθρωπο από την Ανατολία; Θα μου μιλήσει για τη γη. Δεν καταλαβαίνω εγώ από γη. Δεν έχει δει ποτέ θάλασσα στη ζωή του. Μπορεί να πιεί το θαλασσινό νερό, δεν έχει ιδέα»[21]. Το αδιέξοδο στις ζωές αυτών των ανθρώπων που ζουν σήμερα εκεί και νιώθουν αποξενωμένοι και μόνοι εξηγεί άμεσα και τον τίτλο αυτού του ντοκυμαντέρ που σκηνοθετήθηκε από την Πινάρ Οκάν.

Ο αστικός πληθυσμός νοσταλγεί τους μη-μουσουλμανικούς αστικούς πληθυσμούς που υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν το τόπο θεωρώντας οτί μοιράζονταν περισσότερα κοινά χαρακτηριστικά με το Αρμένικο και το Ελληνικό στοιχείο που σήμερα απουσιάζει από την Κωνσταντινούπολη. Για τους πολίτες των αστικών κέντρων ο μετανάστης της υπαίθρου που αντικατέστησε τον Ρωμιό ή τον Αρμένιο και τον Εβραίο «είναι ο άνθρωπος που εμφανίζεται από τον 14 αιώνα και ξεκινάει να ζει στον 21ο.. ο συνεντευξιαζόμενος συνεχίζει λέγοντας δεν υπάρχουν άνθρωποι να μιλήσω και εφόσον όλοι αυτοί έχουν φύγει η Πόλη έχει τελειώσει[22].

Η Ντιλέκ Γκιουβέν και ο Ριντβάν Ακάρ οργάνωσαν μια φωτογραφική έκθεση η οποία έλαβε χώρα τον Σεπτέμβριο του 2005 με αφορμή τη 50η επέτειο, κατά την οποία οι δράστες φανερώνονται. Τα αρχεία ανήκαν στο Φαχρί Τσοκέρ, ενώ και το βιβλίο που εξεδόθη [6-7 Eylül Olayları Fotoğraflar-Belgeler (Istanbul 2005)]  περιλαμβάνει πέρα απο το πλούσιο φωτογραφικό υλικό και επίσημα ντοκουμέντα. Αυτα τα ντοκουμέντα καταδεικνύουν περίτρανα ότι τα επεισόδια οργανώθηκαν από το κράτος και αυτό αποτελεί γεγονός υψηλής σημασίας καθότι καταδεικνύεται ο βαθμός της μεροληπτικής στάσης εις βάρος των μειονοτήτων. Η γενική αίσθηση που επικρατεί ειναι όπως επισημαίνει και η Γκιουβέν,  ότι η Τουρκία ειναι διατεθειμένη να αντιμετωπίσει το παρελθόν της[23]. Η ίδια άνοιξε το λεύκωμα της φωτογραφικής  εκδήλωσης στο 1ο  Παγκόσμιο συνέδριο Ρωμιών που διεξήχθη στην Κωνσταντινούπολη τον Ιούλιο του 2006 κατηγοριοποιώντας τις γνώμες των επίσκεπτών στις ακόλουθες κατηγορίες:

Ευχαριστήρια σημειώματα από ανθρώπους με αμερόληπτη στάση προς την ιστορία και αυτοκριτική διάθεση, αποτέλεσαν την πρώτη κατηγορία. Ανεξάρτητα από το πόσο βαθειά φυλακίζεις την αλήθεια, αυτή φωνάζει περισσότερο όσο πιο βαθειά τη θάβεις. Είναι επιτακτική ανάγκη να αντιμετωπίσουμε τα γεγονότα. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκαν άνθρωποι οι οποίοι εξέφρασαν την βαθειά τους ντροπή όταν αντίκρυσαν τις φωτογραφίες. «αν αυτά τα πλάσματα αυτοαποκαλούνται Τούρκοι τότε εγώ δεν είμαι..». ¨Ενα κομμάτι της κοινωνίας απολογείται εμφορούμενο από ένα αίσθημα μελαγχολίας υποστηρίζοντας ότι τα γεγονότα σφράγισαν την τύχη της μειονότητας. «Λυπούμαι πραγματικά που δεν κατορθώσαμε να συνυπάρξουμε». Το τελευταίο μέρος περιλάμβανε αποδοκιμασίες  προς τις προσπάθειες των εθνικιστών να επιτεθούν  στο χώρο της έκθεσης[24].

Συμπερασματικά, μπορούμε να επισημάνουμε ότι όταν ο κρατικός μηχανισμός δεν έχει τη λαϊκή συναίνεση (όπως καταφαίνεται και από το Λεύκωμα των εντυπώσεων ), τότε θέματα νομιμότητας μπορούν βραχυπρόθεσμα να αποτελέσουν τροχοπέδη στη λειτουργία του καθεστώτος, ενώ μακροπρόθεσμα βραχυκυκλώνουν το πολιτικό σύστημα. Γι αυτόν το λόγο, όταν το κρατικό οικοδόμημα σχεδιάζεται αποκλειστικά και μόνον από τις ελίτ, οι οποίες απαιτούν με ηγεμονικό τρόπο την απόλυτη υπακοή, τότε οι προυποθέσεις του εκμοντερνισμού μπορεί να επιτευχθούν εις βάρος της πολυ-εθνικής κοινωνίας.

Παρόλα αυτά το σημερινό συνέδριο, όπως και αυτό που διεξήχθη πριν 2 χρόνια στην Κωνσταντινούπολη ασυνάισθητα καταδεικνύει μία ακόμη πτυχή που αξίζει να αναφέρουμε, και δεν είναι άλλη από το γεγονός ότι οι ¨Ελληνες της Πόλης δεν έχουν αποκτήσει την θέση που τους αναλογεί και στην ιστορία της Τουρκίας και στην ιστορία της Ελλάδας. Όπως το θέτει η Σαρίογλου σε μία συνέντευξή της[25], από τη στιγμή που η Ρωμέικη κουλτούρα συσχετίζεται με την αστική κουλτούρα της νεο-Ελληνικής αστικής κοινωνίας, αποτελεί ύψιστη παράλειψη και από ιστορική και κοινωνιολογική άποψη το γεγονός ότι δεν υπογραμμίζεται η διαπρεπής θέση της μειονότητας στη Τουρκική κοινωνία.

Η ισχυρή παρουσία του μιλιταρισμού συνιστά ένα από τα μείζονα προβλήματα της Τουρκικής κοινωνίας. Η ύψιστη πρόκληση παρόλα αυτά δεν είναι η ισχυρή παρουσία ή οι βαθύτατα εδραιωμένες Κεμαλικές ιδέες άλλα η παντελής έλλειψη κριτικής ανάλυσης του παρόντος. Σε κάθε κοινωνία η αποδοχή των πολιτικών λαθών τα οποία έχουν διαπραχθεί στο παρελθόν γίνεται πρωτίστως από την Διανόηση. Αυτοί οι κύκλοι της διανόησης θα μπορούσαν κάλλιστα να χαρακτηριστούν ως οι «σεισμογράφοι» της Τουρκικής κοινωνίας καθώς παρατηρούν την υπάρχουσα πολιτική κατάσταση της εποχής τους, συνεκτιμώντας τις ανομίες οι οποίες διαπράττονται κατά την κυβερνητική διαδικασία. Διανοούμενοι όπως η Γκιουβέν, ο Ακάρ, Ο Μπερκτάυ και η Μπουγρά αποκαλύπτουν την πολιτική κατάσταση της χώρας τους και τις αντιδημοκρατικές διαδικασίες στο πλαίσιο του αναθεματισμού του παρελθόντος αποδεχόμενοι γεγονότα τα οποία κατ ουδένα τρόπο δεν θα πρέπει ξανασυμβούν. Αυτές οι ανεξάρτητες και απο-κεμαλοποιημένες ιδέες οφείλουν να διαποτίσουν τη Τουρκική κοινωνία με κάθε κόστος. Συμπερασματικά, από τη στιγμή που η κοινωνία αρχίζει να διαμορφώνει μια κριτική στάση απέναντι στον εθνικισμό τότε η ελπίδα για το μέλλον μπορεί να διαφανεί στον ορίζοντα.

Μια συγνώμη, η οποία εκφέρεται μέσω ενός τηλεοπτικού προγράμματος η μέσω μίας φωτογραφικής έκθεσης η ενός συνεδρίου αποτελεί πράγματι μια ηθική στήριξη για όλους αυτούς τους ανθρώπους που εγκατέλειψαν τη πόλη, αλλά εν μέρει επουλώνει το τραύμα. Ο Ορχάν Μπιργκίτ, ο οποίος θεωρείται ένας απο τους υποκινητές των επεισοδίων μετά τη παρέλευση 50 χρόνων παραδέχεται οτι έχει επέλθει μια αδιαμφισβήτητη ρωγμή στο εθνικό μωσαϊκό το οποίο προυπήρχε στην Κωνσταντινόυπολη. «Τα γεγονότα υπήρξαν αναμφίβολα οδυνηρά και δεν θα έπρεπε να είχαν λάβει χώρα γιατί η πόλη έχασε την αίγλη και το μεγαλείο της. Δυστυχώς τα Σεπτεμβριανά είναι κομμάτι της ιστορίας μας» παραδέχεται ο ίδιος σε ένα ντοκυμαντέρ που προβλήθηκε στην ελληνική τηλεόραση[26]. Αλλά είναι αυτή η αποδοχή αρκετή για την αποποίηση των ευθυνών του Τουρκικού κράτους; Μπορεί μία συγνώμη να εξαλείψει τη βαρύτητα μίας πράξης; Και είναι τελικά η αποδοχή των λαθών αυτών ειλικρινής η υποκριτική;

Επιπρόσθετα, η συγνώμη μπορεί να εκφραστεί και μέσω των απομνημονευμάτων, μια και αυτά συνιστούν ένα σημαντικό εργαλείο ενώ ταυτόχρονα λειτουργούν ως εκείνο το βασικό στοιχείο το οποίο αποδεικνύει ότι τα γεγονότα πράγματι συνέβησαν. Ο συντάκτης οποιουδήποτε απομνημονεύματος, όταν αργότερα ανακαλεί το γεγονός,  είτε είχε ενεργή συμμετοχή είτε υπήρξε μάρτυς του γεγονότος κατά κάποιο τρόπο με την συγγραφή φαίνεται ότι εμμέσως αιτάται την συγνώμη των θυμάτων. Παρά την αποδοχή των πολιτικών λαθών του παρελθόντος  αυτές οι συγγνώμες που προαναφέρθηκαν προκύπτουν μόνο απο εξατομικευμένες ενέργειες, δηλαδη δεν υπάρχει καμμία κρατική παραδοχή των λαθών. Για να γίνει αυτό σαφέστερο θα πρέπει να τονιστεί η μετριοπαθής πολιτική του κράτους απέναντι σ’αυτές τις μεμονωμένες ενέργειες αποφέυγοντας να πάρει το ίδιο σαφή πολιτική θέση. Επιπροσθέτως δε θα πρέπει να παραλείψουμε τη διφορούμενη στάση της κρατικής μηχανής σε άλλες περιπτώσεις οι οποίες προκάλεσαν αντιδράσεις σε μαζική κλίμακα, τέτοιες όπως το αδιαφιλονίκητο ερώτημα της γενοκτονίας των Αρμενίων.

Η ανέγερση ενός μνημείου στην περιοχή του Πέρα, το οποιό θα θυμίζει εκείνη την αποφασιστική για τη μειονότητα νύχτα, θεωρείται αναγκαία. Μια τέτοια ενέργεια θα πρέπει να υποστηριχτεί και από τις δύο χώρες μια και θα αποτελέσει μία πράξη ζωτικής σημασίας, έστω και καθυστερημένα, στην επούλωση των τραυμάτων όλων εκείνων που μετανάστευσαν στην Ελλάδα, αλλά και αυτών που παρέμειναν στα πατρώα εδάφη. Η Τουρκία θα επιδείξει παγκοσμίως τη πρόθεσή της να αντιμετωπίσει το παρελθόν της. Μια ανάλογη ενέργεια θα πρέπει να γίνει και στη μητροπολιτική Ελλάδα για έναν επιπρόσθετο λόγο. Οι Έλληνες της μητρόπολης τείνουν να επιρρίπτουν ευθύνες στην αντίπερα όχθη αποσείοντας κάθε ευθύνη που τους αναλογεί. Η ανέγερση ενός μνημείου θα υπογραμμίσει το ότι και οι δύο χώρες είναι πρόθυμες να ενσωματώσουν τη μειονότητα στην ιστορία τους καταδεικνύοντας το συγκεκριμένο χωροχρόνο ο οποίος την περιέκλειε και πράττει τούτο μέχρι τις ημέρες μας. Θα πρέπει να τονιστεί εδώ ότι η υπόθεση των Σεπτεμβριανών είναι ένα μερικά γνωστό κομμάτι της ιστορίας το οποίο δεν έχει ενσωματωθεί στο ωρολόγιο πρόγραμμα της ιστορίας ούτε καν στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Η ενσωμάτωση των γεγονότων στις ιστορίες και των δύο χωρών αποτελεί γεγονός ύψιστης προτεραιότητας μια και η πλήρης γνώση ανάλογων γεγονότων μειώνει τις πιθανότητες επανάληψης. Και όπως ο Χάρολντ Μπλουμ δηλώνει στο βιβλίο του με τον τίτλο, «ο Δυτικός Κανόνας[27]» η γνώμη διαφέρει από τη γνώση, ρήση επίκαιρη για το παρόν θέμα μια και για τα γεγονότα των Σεπτεμβριανών κατα βάση οι γνώμες υπερισχύουν και στις δύο χώρες και όχι η σε βάθος γνώση που προκύπτει απο σοβαρές ιστορικές προσεγγίσεις. Θα πρέπει να τονιστεί παρόλα αυτά ότι ειλικρινείς και σοβαρές προσπάθειες, αν και λίγες, διεξάγονται από τους Τουρκικούς ακαδημαικούς κύκλους. Η παρουσία τους άλλωστε σε ανάλογα συνέδρια όπως αυτό που διεξήχθη στην Κωνσταντινουπολη το 2006 ή σαν το σημερινό, είναι ενδεικτική. Συμπερασματικά, όσον αφορά την ελληνική πλευρά θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί με σκοπό να μην ολισθήσουμε στις ατραπούς του λαϊκισμού ή του εθνικισμού. Θα ήθελα να τελειώσω με ένα απόσπασμα του κυρίου Κητρομιλίδη από την εισαγωγή του στο βιβλίο του Γιώργου Σεφέρη «Τρείς μέρες στα μοναστήρια της Καπαδοκίας» και το οποίο θα μπορούσε με έναν τρόπο να ορίσει την στάση μας. Αναφέρει λοιπόν:

«Η Μικρά Ασία γίνεται μια άσκηση πνευματική, μια πρόκληση ανάκτησης του χαμένου κόσμου μέσα από τη γνώση, την κατανόηση, τη μέθεξη στη γοητεία του. Αυτή η άσκηση δεν εκτρέπεται ποτέ σε αγοραίο συναισθηματισμό, εχθρότητα, ευτελή ρητορεία, αλλά λειτουργεί ως κάθαρση ελέγχοντας τη θλίψη και το συναίσθημα της απώλειας δια της εμμονής στους κανόνες του λόγου και της επιστήμης, που υπόσχεται μια πιο ουσιώδη και πνευματικά ικανοποιητική ανταπόδοση: την αναπαλλοτρίωτη γνώση των πραγμάτων[28]

 

 


[1] Güven, Dilek  6-7 Eylül Olayları: Cumhuriyet Dönemi Azınlık Polıtıkaları ve Stratejileri Bağlaminda” (Istanbul 2005) 

 [2] Η κατάργηση των διατάξεων που αφορούν την Ίμβρο και την Τένεδο (1927),ο διωγμός του εβραικού πληθυσμού απο τη Θράκη το 1934, η «δήλωση του 1936» ( σύμφωνα με την οποία η ακίνητη περιουσία που ανήκε στα  μη-μουσουλμανικά ευαγή ιδρύματα δημεύτηκε από το Τουρκικό κράτος), ο «κεφαλικός φόρος» του 1942,  το πογκρόμ του 1955, οι απελάσεις του 1964 και οι εκκαθαρίσεις των υπολοίπων Ρωμιών το 1971.

[3] Hatzivassiliou Evanthis “The riots in Turkey in September 1955: a British document” Balkan Studies vol 31 no 1 (Thessaloniki 1990) 165-176 p. 175

[4] Χρηστίδης, Χριστόφορος «Τα Σεπτεμβριανά (Κωνσταντινούπολη και Σμύρνη, 1955) » Αθήνα 2000 358

 [5] Hatzivassiliou Evanthis ibid p 174

[6] Güven ibid p 55

[7] Vryonis Speros  : The Mechanism of Catastrophe: The Turkish Pogrom of September 6-7, 1955, and the Destruction of the Greek Community of Istanbul  (New York: 2005) p 236

[8] Vryonis ibid

[9] Türker Orhan “6-7 Eylül Olaylarının Istanbul Rum Basinindaki Yankıları” Tarih ve Toplum vol 177 (1998) p13-16

[10] Güven ibid 271

[11] Güven, Dilek “6-7 Eylül Olayları ve Failler” Toplumsal Tarih vol 132 (September 2005) 38-49 p 40

[12] Güven (book) p. 80

 [13] Septemvrios 2005 Σynenteyksi toy Ridvan Akar stoys “Fakellous”

[14] Alexandris, Alexis The Greek minority of Istanbul and the Greek-Turkish relations 1918-1974(Athens 1992) p. 263

[15] Σαρρής, Νεοκλής  «Οι υπεύθυνοι των γεγονότων» Επτά ημέρες  (10.09.1995) σσ. 13-15

[16] Γκιουρσέλ, Νεντίμ «Αγαπημένη μου Ιστανμπούλ» (Αθήνα 1986) σελ 27

[17] Ροντώ, Ντανιέλ «Η Πόλη, μια περιδιάβαση» (Αθήνα 2008) σελ 24-25

[18]  Utanç Gecesi   Σκηνοθέτης : Can Dundar. Προβλήθηκε το 2003 στην Τουρκική τηλεόραση

[19] Utanç Gecesi  οπ΄π.

[20] Çıkmaz (dead-end) Σκηνοθέτες: Pinar Okan, Tuğba Karakaya Σενάριο: Seval Bayazit. Αυτή η ταινία μηκρού μήκους ήταν παραγωγή του πανεπιστημίου της Άγκυρας το 2003.

[21] Çıkmaz (Αδιέξοδο)  οπ΄π.

[22] Çıkmaz οπ΄π.

[23] Güven, Dilek“6-7 Eylül olaylarına bugünkü Türk ve Yunan toplumlarının bakış açıları” in Meeting in Istanbul Present and Future (30 June 1 and 2 July 2006) 

[24] Güven, Dilek Meeting in Istanbul  οπ΄π.

 [25] Εφημερίδα Πολίτης Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2005

[26] Σεπτέμβριος 2005 «Φάκελοι»

[27] Harold Bloom “Western Rule” (Gutenberg 2007) p 21

[28] Σεφέρης, Γεώργιος «Τρείς μέρες στα μοναστήρια της Καππαδοκίας» Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών ( ένθετο της εφημερίδας Νέα) 2008

από τα πρακτικά του συνεδρίου” Σεπτεμβριανά 6-7/9/1955: Πράξη Καταστροφής του Ελληνισμού της Πόλης”

Link http://www.conpolis.eu/Anakoinwseis/Anakoinwseis.aspx

υποβλήθηκε από efes_dark

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s