του Γιώργου Ρούση

(αναδημοσίευση από enet )

Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι ο διάλογος που γίνεται στις πλατείες και γενικότερα, με επίκεντρο την αμφισβήτηση της αντιπροσωπευτικής αστικής δημοκρατίας και την αναζήτηση μορφών πραγματικής έκφρασης της λαϊκής κυριαρχίας, βρίσκει σε μεγάλο βαθμό τις ρίζες του στην αντιπαράθεση του Μαρξ με τον Μπακούνιν γύρω από την οργάνωση της μετακαπιταλιστικής κοινωνίας.

Η διαφορά συνίσταται στο γεγονός ότι κατά τον σημερινό διάλογο, στις πιο ακραίες εκδοχές του, από τη μια έχουμε να κάνουμε με μια εκχυδαϊσμένη εκδοχή της μπακουνικής αντίληψης, έτσι όπως αυτή εκφράζεται από τους Νέγκρι, Χόλογουεϊ κ.ά., οι οποίοι υποστηρίζουν ότι μπορεί να ανατραπεί ο καπιταλισμός δίχως να καταληφθεί η εξουσία, και από την άλλη με μια εκχυδαϊσμένη εκδοχή του μαρξισμού, που βλέπει τον σοσιαλισμό αντί ως ένα μισοκράτος υπό απονέκρωση, ως ένα ισχυροποιούμενο κράτος κατ’ εικόνα του σταλινικού του προτύπου.

Σε αυτό το πλαίσιο δεν αξιοποιείται ούτε η μαρξική θεωρία της μετάβασης ούτε οι κίνδυνοι εκτροπής αυτής της τελευταίας από τον στρατηγικό της στόχο, κάτι που επεσήμανε ο Μπακούνιν.

Επειδή λοιπόν τυχαίνει να έχω ασχοληθεί πρόσφατα με αυτή την πτυχή της αντιπαράθεσης του Μαρξ με τον Μπακούνιν στο πλαίσιο της συγγραφής μιας μελέτης με τίτλο «Μαρξ, Μπακούνιν για το σοσιαλιστικό κράτος»[i], ας μου επιτραπεί να υπενθυμίσω τους βασικούς της άξονες.

Κατ’ αρχάς, επισημαίνω ότι και οι δυο τους είχαν τον ίδιο απώτερο σκοπό. Και αυτός δεν ήταν άλλος από μια μη κρατική, αυτοδιαχειριζόμενη μορφή κοινωνικής οργάνωσης, μια μεταπολιτική, ελευθεριακή μορφή οργάνωσης, στην οποία θα πραγματώνεται η ελεύθερη ανάπτυξη των ανθρώπων.

Από αυτήν τη σκοπιά θυμίζω ότι ο Λένιν, εκφράζοντας με τον καλύτερο τρόπο το πνεύμα του Μαρξ, έγραφε ότι «στο προλεταριάτο χρειάζεται μόνον ένα κράτος που να απονεκρώνεται, και που να μην υπάρχει περίπτωση που να μην απονεκρώνεται».[ii] Και σε άλλο κείμενό του συμπλήρωνε: «Αρχίζοντας τους σοσιαλιστικούς μετασχηματισμούς, πρέπει να βάζουμε καθαρά μπροστά μας το σκοπό που επιδιώκουν οι μετασχηματισμοί αυτοί [που δεν είναι άλλος από τη μη κρατική μορφή οργάνωσης]».[iii]

Από τη μια πλευρά, λοιπόν, έχουμε να κάνουμε με την αντίφαση ενός σοσιαλιστικού κράτους το οποίο πρέπει να συμβάλει στην απονέκρωσή του και από την άλλη με μια εκ μέρους του Μπακούνιν κριτική αυτού του κράτους, στη βάση της πεποίθησης ότι η κάθε εξουσία, εκείνης της εργατικής τάξης συμπεριλαμβανομένης, θα εκτραπεί σε ένα αυταρχικό καθεστώς.

Η αλήθεια είναι ότι ο ίδιος ο Μπακούνιν, τόσο μέσα από τη δράση του όσο και μέσα από τα γραπτά του, έπεφτε σε σημαντικές αντιφάσεις, μια και, ενώ υποτίθεται ότι ήταν κατά της όποιας εξουσίας, είχε δημιουργήσει καθ’ όλα ιεραρχικές εξουσιαστικού τύπου οργανώσεις, ενώ στα κείμενά του έκανε λόγο για αναγκαιότητα καθοδηγητικών πυρήνων έτσι ώστε να ελέγχεται το κίνημα.

Αυτές όμως οι αντιφάσεις, και το γεγονός ότι οι γενικότερες μεθοδολογικές και θεωρητικές προϋποθέσεις πάνω στις οποίες τις θεμελιώνει είναι μάλλον σαθρές, δεν αναιρούν το βάσιμο της κριτικής του.

Αλλωστε, παρόλο που ο «υπαρκτός σοσιαλισμός», λόγω κυρίως της ιδιαιτερότητας της Ρωσίας του 1917, κάθε άλλο παρά μπορεί να θεωρηθεί ως εφαρμογή στην πράξη της μαρξικής περί σοσιαλισμού αντίληψης, και συνεπώς να θεωρηθεί ως τεκμήριο που δικαιώνει την κριτική του Μπακούνιν, δεν παύει να αποτελεί μια γραφειοκρατική εκτροπή μιας, αρχικά τουλάχιστον, εργατικής εξουσίας, του τύπου αυτής που είχε προβλέψει ο Μπακούνιν.

Ως εκ τούτου, αν θέλουμε ο σοσιαλισμός του μέλλοντός μας να μη μείνει ένα κίβδηλο έμβλημα, είμαστε υποχρεωμένοι να λάβουμε σοβαρά υπόψη μας αυτήν την κριτική κι ακόμη να αναζητήσουμε ποια άλλα μέτρα εκτός από εκείνα τα περίφημα της Παρισινής Κομμούνας, τα οποία κάθε άλλο παρά εφαρμόστηκαν επί «υπαρκτού», πρέπει να ληφθούν, έτσι ώστε αυτή η εκτροπή να αποτραπεί.

Για την ιστορία υπενθυμίζω αυτά τα μέτρα με τα οποία συμφωνούσε τόσο ο Μαρξ όσο και ο Μπακούνιν, και τα οποία έχει σημασία να επισημανθεί ότι προέκυψαν στην πράξη από το ίδιο το επαναστατικό κίνημα.

Πρόκειται πρώτα απ’ όλα για το τσάκισμα της αστικής κρατικής μηχανής και κυρίως του στρατού και της αστυνομίας και την αντικατάστασή τους από τον ένοπλο λαό, την αντικατάσταση του αστικού κοινοβουλευτισμού από εργαζόμενα σώματα μη επαγγελματιών πολιτικών νομοθετικά και εκτελεστικά ταυτόχρονα, την αιρετότητα, την ανακλητότητα και εναλλαγή των δημοσίων υπαλλήλων ή «υπαλλήλων του λαού», την αμοιβή τους με έναν μέσο εργατικό μισθό.

[i] Γιώργου Ρούση, «Μαρξ, Μπακούνιν για το σοσιαλιστικό κράτος, Αξιολόγηση της κριτικής του Μπακούνιν στο μαρξικό σοσιαλιστικό κράτος», Εκδόσεις Γκοβόστη 2011.

[ii] Λένιν, «Κράτος και Επανάσταση», Απαντα, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, τόμος 33, σελίδα 24.

[iii] Λένιν, «Εισήγηση για την αναθεώρηση του προγράμματος και τη μετονομασία του κόμματος, στο Εβδομο Συνέδριο του ΚΚΡ (μπ), 8 Μάρτη 1918», Απαντα, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, τόμος 36, σελίδα 44

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s