Archive for the ‘Οικονομική Κρίση και Καπιταλισμός-Ekonomik krizi ve Kapitalizm’ Category


Tsolakoğlu’nun işgal hükümeti (Yunanistan’da işgal yıllarında Nazilerin işbaşına getirdiği işbirlikçi hükümete atıf yapıyor –fb.) 35 yılda devletin bir katkısı olmaksızın kendi çalışmamla edindiğim emekli maaşımı silip süpürerek hayatta kalma olanağımı tam manasıyla ortadan kaldırmış durumda.
Dinamik bir biçimde direnecek yaşta olmadığımdan (aslında bir Yunanlı eline kalaşnikof alacak olsa onu ilk takip edenlerden olmak isterdim) ve hayatımı çöpleri karıştırarak yaşamak zorunda kalmadan önce, hayatıma son verecek başka bir onurlu yol göremiyorum.
İnanıyorum ki geleceksiz gençler, bir gün silahlarını kuşanıp, tıpkı 1945’te İtalyanların Mussolini’ye Milano’nun Pireto Meydanın’da yaptıkları gibi bu hainleri de Syntagma Meydanı’nda bacaklarından asacaklardır.

(notun  çevirisi çeşitli dillerde athens indymedia’da bulunabiliyor http://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=1390570 = )


(Αναδημοσίευση από Autonomy against Barbarism)

(more…)



Videos from the Unions’ Strike in Greece

(more…)


Photos of the Unions’ Strike in Greece

(more…)


Κείμενο των τριών φυλακισμένων μελών του Επαναστατικού Αγώνα

αναδημοσίευση από athens indymedia

«Αν θέλει κάποιος σήμερα ν’ ανοίξει μια επικερδή επιχείρηση, ας κατασκευάζει λαιμητόμους».

Με την παραπάνω φράση αμερικανός δημοσιογράφος περιγράφει το μέγεθος της κοινωνικής οργής στις ΗΠΑ. Είναι η πρώτη φορά ιστορικά, που το σύνολο του ανεπτυγμένου καπιταλιστικού κόσμου βράζει από οργή και αγανάκτηση για τους κυβερνώντες, για τους υπαίτιους της κρίσης αυτής, οι οποίοι όχι μόνο δεν τιμωρούνται αλλά συνεχίζουν ν’ απολαμβάνουν τα προνόμιά τους και ν’ αυξάνουν τα κέρδη τους. Βράζει από οργή για τη φτώχεια που εξαπλώνεται, για την περιθωριοποίηση όλο και ευρύτερων στρωμάτων, για την αδικία, καθώς οι εξουσιαστές απαιτούν να θυσιαστούν οι λαοί για ν’ αντιμετωπιστεί η κρίση. (more…)


(από anarchypress)

Στις κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί, τόσο από τους κρατούντες όσο και εξ αιτίας της έντονης δράσης των ανθρώπων ενάντια στις διάφορες εκφάνσεις των συνθηκών αλλοτρίωσης, καταπίεσης κι εκμετάλλευσης, τα πράγματα έχουν φτάσει σε ορισμένα σημεία τα οποία όλοι αναγνωρίζουν. Πρόκειται γι’ αυτό που συμπυκνωμένα αναφέρεται ως «κρίση του πολιτικού συστήματος».

Σε ό,τι έχει σχέση με την καταρράκωση της αξιοπιστίας, θα πρέπει να πούμε πως δεν αφορά μόνο κάποιους πολιτικούς, αλλά περιλαμβάνει ευρύτερα την πολιτική, τον λεγόμενο πολιτικό κόσμο, και έχει άμεσο αντίκτυπο στους νόμους και τους θεσμούς του κράτους προς τους οποίους η απαξίωση είναι δεδομένη και σε σημαντικό βαθμό. Όμως, το ζήτημα δεν είναι να επαναλάβουμε αλήθειες. Δεν αρκεί η διαπίστωση πως οι φτωχοί θα γίνουν φτωχότεροι. Το θέμα είναι για ποιους λόγους. Χρειάζεται, συνεπώς, να επιχειρήσουμε μια αναζήτηση των καίριων σημείων αυτής της κατάστασης, καθώς και τις δυνατότητες, τις δυναμικές και μια σειρά από τα προϊόντα αυτών των συνθηκών.

Πάντως, θα πρέπει να επισημανθεί πως μια πτυχή που επιδεινώνει την όλη κατάσταση δεν είναι τα «σκάνδαλα», αλλά η θορυβώδης όσο ποτέ άλλοτε συμπαιγνία των πολιτικών κάθε λογής, με πρώτους αυτούς του ΠΑΣΟΚ. Είναι πολύ μικρή η απόσταση από τις εκλογές για να ξεχάσει ο οποιοσδήποτε τα παχιά λόγια περί διαφύλαξης των εισοδημάτων, τις διαβεβαιώσεις πως υπάρχουν χρήματα και μια σειρά από εύηχες και ενθουσιώδεις κορώνες προκειμένου να αποσπασθεί η συναίνεση για τα όσα προετοιμάζονταν για μετά τις εκλογές.

Τα ψεύτικα τα λόγια, τα μεγάλα

Όλα όσα επακολούθησαν δεν είχαν καμία σχέση με τις επαγγελίες των Πασοκιστών και του ανεκδιήγητου επικεφαλής τους που ακούει στο όνομα Γιωργάκης. Εύλογα θα αναρωτηθεί κάποιος πώς είναι δυνατόν να υπάρξει τόσο μεγάλη εκτροπή και απόκλιση από τα όσα επαγγέλονταν πριν από τις εκλογές και να εξακολουθούν να διατηρούν ακόμη τη διαχείριση της εξουσίας.

Οι απαντήσεις δεν είναι ούτε εύκολες, ούτε δύσκολες, είναι απλά ευνόητες. Η συναίνεση που υπάρχει απ’ όλες τις πολιτικές πλευρές της εξουσίας, κομματικές ή μη είναι δεδομένη. Δεν χρειάζονται μακροσκελείς αναλύσεις σε σχέση με την συμπόρευση ΠΑΣΟΚ – ΛΑΟΣ. Κανείς δεν αμφισβητεί πως η ΝΔ ουσιαστικά στηρίζει την όλη κατάσταση (παρά τα όσα διατείνεται, μιλώντας ενάντια στο ασφαλιστικό νομοσχέδιο), αφού μπόρεσε να αποφύγει το βάρος της διεκπεραίωσης αυτού του πακέτου ευρύτατης καταστολής και ισοπέδωσης των συνθηκών επιβίωσης των σύγχρονων σκλάβων. Αλλά, για να μπορέσει να εκδηλωθεί αυτή η πολυδιάστατη συναίνεση των άλλων πολιτικών πλευρών της εξουσίας (δεν εξαιρούνται επ’ ουδενί οι αριστερές αποκλίσεις της που ακούν στο όνομα ΣΥΝ(;)-Σύριζα και ΚΚΕ), χρειάζεται κάτι περισσότερο: η στήριξη από τις υπόλοιπες δυνάμεις της ευρωπαϊκής αλλά και υπερατλαντικής κυριαρχίας.

Τα όσα συμβαίνουν σε οποιοδήποτε σημείο της κυριαρχίας η οποία προχωρά στην ενοποίησή της, σύμφωνα με τις προδιαγραφές που ορίστηκαν για τη Νέα Τάξη πραγμάτων από τη συνάντηση Γκορμπατσώφ-Μπούς (πατρός) στη Μάλτα προς εικοσαετίας και πλέον, είναι ελεγχόμενα και εντός των πλαισίων μακροπρόθεσμων και βραχυπρόθεσμων σχεδιασμών. Αυτό είναι μία πραγματικότητα. Και δεν υπάρχει σοβαρός εξουσιαστής που θα μπορούσε να ισχυριστεί το αντίθετο. Βεβαίως και δεν γίνονται όλα με ευθύγραμμο και απλό τρόπο, αφού χρειάζεται να περάσουν μέσα από τις συμπληγάδες των επιδιώξεων και των αντιθέσεων που υπάρχουν ανάμεσα στα διάφορα κυριαρχικά συμφέροντα (κάτι που έγινε ιδιαίτερα αντιληπτό πρόσφατα και με την δανειοδότηση του ελλαδικού κράτους).

Αλλά, αυτό δεν αναιρεί στο ελάχιστο τους καθοριστικούς στόχους που έχουν θέσει. Στόχοι που έχουν σχέση τόσο με το προχώρημα των ενοποιητικών διαδικασιών σε ηπειρωτικό και παγκόσμιο επίπεδο, όσο και με την ανάδειξη του νέου μοντέλου κυριαρχίας. Ένα μοντέλο, που δείχνει πως θα περάσει μέσα από τη διαρκή αποσύνθεση και ανασύνθεση των προηγούμενων μορφών εξουσίας.

Σε ό,τι αφορά το ΠΑΣΟΚ, λοιπόν, κανένας δεν πείθεται για το ότι δεν ήξεραν το χρέος που υπήρχε. Εκείνο, όμως, που έχει σημασία είναι πως τόσο το χρέος όσο και η υποτιθέμενη χρεοκοπία αποτελούν προσχήματα. Πρώτον, επειδή το χρέος ήταν γνωστό. Δεύτερον, το χρέος που θα προκύψει μετά από δέκα χρόνια, θα είναι μεγαλύτερο από αυτό που υπάρχει. Συνεπώς το ζήτημα δεν ήταν να μειωθεί το χρέος, ούτε να υπάρξει κάποιου είδους χρεωκοπία, η οποία επισείεται σαν απειλή ώστε να τρομοκρατηθεί ο κόσμος.

Κανείς δεν πείθεται για τα όσα έκαναν μετά την, δήθεν, εκ των υστέρων γνώση του χρέους. Επειδή αν συνέβη κάτι τέτοιο (που δεν συνέβη) σύμφωνα με τα όσα επαγγέλονταν οι ίδιοι σχετικά με την τήρηση «των επιταγών της λαϊκής εντολής», που υποτίθεται πως δόθηκε δια μέσου των εκλογών, όφειλαν να παραιτηθούν και να προκηρύξουν και πάλι εκλογές προκειμένου να αποσπάσουν νέα συναίνεση και σε άλλη βάση.

Όχι, δεν γίναμε ξαφνικά θιασώτες της πολιτικής και του κοινοβουλευτισμού. Απλά μέσα από αυτό το συλλογισμό γίνεται κατανοητό πως οι σημερινοί διαχειριστές των εξουσιαστικών κι εκμεταλλευτικών υποθέσεων δεν εξαπατήθηκαν αλλά εξαπατούν. Οι ψηφοφόροι-σκλάβοι στους οποίους έχουν δώσει τον πονηρό τίτλο του πολίτη, (που στην πραγματικότητα δεν σημαίνει κάτι το συνταρακτικό, αφού πολίτης είναι αυτός που βρίσκεται στην πόλη, αγρότης αυτός που βρίσκεται στους αγρούς κ.τ.λ.), εξαπατήθηκαν διπλά, τόσο με το ότι πήγαν να ψηφίσουν, όσο και με το ότι αυτό για το οποίο ψήφισαν δεν εφαρμόζεται. Τίποτα από τις εξαγγελίες-επαγγελίες δεν εφαρμόστηκε. Το τελείως αντίθετο συνέβη. Η γη της επαγγελίας μετατρέπεται σε μια κόλαση για τους μισθωμένους σκλάβους και τις συναφείς κατηγορίες υποταγμένων.

Τι περίεργο όμως! Κανένας από τους ένθεν και ένθεν δημοκράτες και στυλοβάτες των συνταγματικών θεσμών και επιταγών δεν βγάζει άχνα. Κάποιες φωνές ακούστηκαν για το ότι δεν έπρεπε να περάσουν τα νέα μέτρα για την ασφάλιση με προεδρικό διάταγμα και ο Γιωργάκης έσπευσε να τα «αφουγκραστεί». Έτσι ο σπλαχνικός ηγέτης έκανε τη «μεγάλη χάρη» στους υπηκόους του να «περάσει» από τη βουλή το νομοσχέδιο. Άλλωστε, για ποιο λόγο να υπάρξει ανησυχία; Η πλειοψηφία είναι εξασφαλισμένη και η λεγόμενη συνταγματική εκτροπή θα ντυθεί με τον μανδύα της νομιμότητας. «Μηδέ γαλή, μηδέ ζημία», όπως θα έλεγαν και οι ελληνίζοντες. Τα πάντα καλύπτονται μέσα στα πλαίσια του συστήματος. Αρκεί να υπάρχει διάθεση και ιδιαίτερα αντιπολιτευτική ομοψυχία.

Κέρδος χρόνου και ανάκτηση εμπιστοσύνης

Εκείνο που ενδιαφέρει, επί του παρόντος, τους εξουσιαστές είναι να εξυπηρετήσουν την τρέχουσα δύσκολη γι’ αυτούς συγκυρία προσπαθώντας να «συμπορευτούν» με το πνεύμα της δυσαρέσκειας και τις δήθεν αντίδρασης στα τεκταινόμενα. Προκειμένου, λοιπόν, να φανούν πως συμπορεύονται με το κλίμα της λαϊκής δυσαρέσκειας που υπάρχει ή για να δείξουν την ανάγκη που υπάρχει για να παρθούν τα μέτρα, σπεύδουν να διαχωριστούν αριστερά και δεξιά εξαπτέρυγα (Ντόρα και οι περί αυτήν από τη μία και Κουβέλης με τους αποχωρήσαντες από την άλλη και λίγο παραπέρα ο Αλαβάνος).

Οι νέες συνθήκες κυριαρχίας, που προωθούνται, σηματοδοτούν και άλλου τύπου καταστάσεις. Τα κράτη καθώς έχουν ενταχθεί μέσα στο αναδομούμενο σύστημα εκχωρούν και ένα μέρος της κυριαρχίας τους με αντάλλαγμα την ενίσχυση των εξουσιαστικών εκμεταλλευτικών σχέσεων και συνθηκών, άρα ουσιαστικά την αναβαθμίζουν. Η ενίσχυση της παγκόσμιας κυριαρχίας ξεπερνά τα προηγούμενα μοντέλα κρατικής κυριαρχίας χωρίς να τα καταργεί. Ο Κυβερνήτης, για παράδειγμα, γίνεται διοικητής αλλά με την ισχύ ενός δικτάτορα,αντλώντας και παρέχοντας δύναμη από και προς την παγκόσμια κυριαρχία.

Σ’ αυτές τις διαδικασίες, η δομή αλλά και ο αριθμός των κομμάτων θα πρέπει να μεταβληθεί. Η απόκτηση της νέου τύπου συναίνεσης θα πρέπει να περνά μέσα από ένα είδος «πλουραλισμού» που στην πραγματικότητα θα είναι η μονοκρατορία της παγκόσμιας κυριαρχίας.

Μια παγκόσμια κυριαρχία, όπως την οραματίζονται οι της λέσχης Μπίλντερμπεργκ, (που συναντήθηκε στην Βουλιαγμένη τον Ιούλιο του 2009, χωρίς να ενοχληθεί στο ελάχιστο) δεν έχει ανάγκη από τις λεγόμενες δημοκρατικές διαδικασίες. Χρειάζεται όμως την επίφασή τους. Όπως χρειάζεται και την ψευδαίσθηση της κρατικής κυριαρχίας,με τον τρόπο που αυτή είχε καθιερωθεί από την κατασκευή των εθνών-κρατών. Μέχρις ότου αποφασίσει να χτυπήσει παλαμάκια και να λήξει η κατάσταση ύπνωσης για όσους ακόμα ζουν με τις ψευδαισθήσεις ενός παρελθόντος.

Αυτά μπορούν να εξηγήσουν τους λόγους για τους οποίους τα μνημόνια γίνονται νόμοι και οι ευρωπαϊκές οδηγίες γίνονται δεσμευτικές για τα κράτη-μέλη.

Αυτά μπορούν να εξηγήσουν για το πώς ξαφνικά η «κρίση» γενικεύεται και τα μέτρα που παίρνονται δεν αφορούν μόνο το «χρεωμένο» ελλαδικό κράτος αλλά και εύρωστα όπως, για παράδειγμα, τη Γαλλία.

Αυτά μπορούν να δώσουν μια εξήγηση στο γιατί αποδομούνται οι δήθεν κατακτήσεις των εργαζομένων και γιατί εκατομμύρια άνθρωποι θα υποστούν σε πολύ μικρό διάστημα τις συνέπειες της καταρράκωσης των βασικών χαρακτηριστικών που προσδιορίζουν και αναδεικνύουν την ανθρωπινότητα.

Αυτά μπορούν να εξηγήσουν γιατί με το ξερίζωμα εκατομμυρίων ανθρώπων, οι κυρίαρχοι ενισχύουν την αποδόμηση των κοινωνικών χώρων, ώστε να μπορέσουν να επιβάλουν τα σχέδιά τους και να έχουν μια επιτυχή καταστολή των συγκρούσεων και εξεγέρσεων μπροστά σε κατακερματισμένους και έντονα ανταγωνιστικές στο εσωτερικό τους κοινωνίες.

Αυτά είναι τα αποτελέσματα ενός βίαιου-εξαναγκαστικού ανακατέματος πληθυσμών και φυλών.

Αποδείχνουν, όμως, κάτι ακόμη. Πως η κυριαρχία παγκόσμια, έχει αποφασίσει να κρατήσει αποκλειστικά για τον εαυτό της τον πλανήτη γη, ή μάλλον ό,τι θα απομείνει απ’ αυτόν μετά την έφοδο που βρίσκεται σε εξέλιξη.

Η επερχόμενη εξέγερση και οι αναρχικοί

Θα είμαστε σύντομοι.

Οι συνθήκες που κατασκευάζουν οι εξουσιαστές είναι δεδομένο πως στρώνουν το δρόμο μια ακόμα εξέγερση. Μιλάμε για τον ελλαδικό χώρο, χωρίς να αμφισβητούμε πως δεν θα ξεσπάσει και σε άλλα σημεία του ευρωπαϊκού χώρου.

Αυτή βέβαια δεν είναι μια προσδοκία αλλά ένα γεγονός για το οποίο υπάρχουν δυνατότητες να συμβεί. Το πότε, ποτέ δεν είναι δεδομένο.

Άλλωστε, και πριν να ξεσπάσει η εξέγερση του Δεκέμβρη είχαμε αναφερθεί πολλές φορές στο ότι επίκειται μια εξέγερση. Τότε θεωρήθηκε υπερβολή. Τώρα όλοι μιλούν για μια εξέγερση που θα έλθει (για αρκετούς μάλιστα αναμένεται πολύ σύντομα). Το θέμα είναι πως το ίδιο αναμένουν και οι εξουσιαστές. Από την πλευρά τους επιδιώκουν να κερδίσουν χρόνο, να ρίξουν στο παιχνίδι τους καινούργιους κομματικούς μηχανισμούς, που θα «δοκιμαστούν» στις δημοτικές εκλογές. Και ανάλογα θα προχωρήσουν ακόμα και σε κοινοβουλευτικές αν τα δεδομένα τούς επιτρέψουν να αισιοδοξούν για αποπροσανατολισμό του κόσμου.

Τί δείχνει όμως η κατάσταση του κοινωνικού χώρου; Ας μην πάμε μακριά. Οι συνθήκες που επικρατούν αυτή τη στιγμή είναι αρκετά εύγλωττες. Τα επίσημα στοιχεία μιλούν για μια ανεργία του 12% κατά το πρώτο τρίμηνο του 2010. Αν σ’ αυτό προστεθούν οι ημιαπασχολούμενοι-υποαπασχολούμενοι που σύντομα θα ενταχθούν στο στρατόπεδο των ανέργων αφ’ ενός και η τεράστια στρατιά των αλλοδαπών που βρίσκονται συγκεντρωμένοι σε μεγάλες πόλεις, όπως η Αθήνα, αφ’ ετέρου, τότε θα διαπιστώσουμε πως υπάρχει ήδη ένα δυναμικό που είναι έτοιμο να συμμετάσχει σε μια κοινωνική έκρηξη.

Πρόκειται όμως για μια έκρηξη που θα έχει (εάν προκύψει και με βάση τα δεδομένα που υπάρχουν) σαν κύριο χαρακτηριστικό της την απόγνωση ή ακόμα χειρότερα το μίσος. Αυτά όμως δεν αποτελούν κανενός είδους ενθαρρυντικό παράγοντα για απελευθερωτικές διεργασίες.

Είναι χρήσιμο να θυμίσουμε πως ήδη διάφορα σενάρια έχουν δει το φώς της δημοσιότητας. Και να γίνει κατανοητό πως, ακόμα και με κάποιες δόσεις υπερβολής, ο,τιδήποτε γίνεται ή γράφεται μέσα από τα εργαλεία που διαθέτει η εξουσία, δεν είναι άσκοπο ή τυχαίο.

Εκτός από την προετοιμασία για τα χειρότερα ώστε να γίνονται αποδεκτά τα μη χειρότερα (Λοβέρδος) υπάρχουν και οι περιπτώσεις όπου διαβλέπεται το ενδεχόμενο μιας άγριας και χωρίς ειρμό κατάστασης που μπορεί να προέλθει μέσα από τις συνθήκες που κατασκευάζουν οι κρατούντες.

Μικρά δείγματα άγριων συνθηκών υπήρξαν και κατά την διάρκεια του Δεκέμβρη. Όμως μια κατάσταση που θα προκύψει με βάση τις τρέχουσες συνθήκες θα είναι πολύ πιο έντονη και πολύ καθοριστική στο επίπεδο του κοινωνικού ανταγωνισμού. Ανταγωνισμού, που δεν ορίζεται ως αντιεξουσιαστικός και αντικρατικός, αλλά με την ευρεία έννοιά του. Εκεί, δηλαδή, όπου διάφορα τμήματα και άτομα του κοινωνικού χώρου δεν θα αντιπαρατεθούν προς το κράτος αλλά θα έρθουν σε σύγκρουση μεταξύ τους.

Μια εξέγερση και μια σύγκρουση είναι πιο επιτυχημένη από απελευθερωτική άποψη, όσο τα πνεύματα των ανθρώπων και ιδιαίτερα των αναρχικών είναι προετοιμασμένα με τον αρμόζοντα τρόπο, που συνδέεται με θεωρήσεις και πρακτικές, αλλά και με την αδιαλλαξία σε θέματα ήθους και αναρχικής στάσης.

Το ερώτημα δεν είναι πλασματικό. Πόσο προετοιμασμένοι είναι οι αναρχικοί ώστε να συμβάλλουν με λειτουργικό τρόπο στην ανάδειξη μιας επερχόμενης σύγκρουσης ή εξέγερσης με απελευθερωτικά χαρακτηριστικά;

Δημοσιεύτηκε στη ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 96, Ιούλιος-Αύγουστος 2010

Link: http://anarchypress.wordpress.com/2010/11/14/%CE%BA%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%8D-%CF%83%CF%85%CF%83%CF%84%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BA%CE%BF/

αναδημοσίευση

efes_dark


Fotogallery Link: http://fotogaleri.ntvmsnbc.com/ingilterede-ogrenciler-ayaga-kalkti.html6004?position=0

επιμέλεια

efes_dark


Across Europe, the politics of the far right is infecting us all with the need for a ‘reasonable’ anti-immigration policy (sic).

Slavoj Zizek

 

The recent expulsion of Roma, or Gypsies, from France drew protests from all around Europe – from the liberal media but also from top politicians, and not only from those on the left. But the expulsions went ahead, and they are just the tip of a much larger iceberg of European politics.

A month ago, a book by Thilo Sarrazin, a bank executive who was considered politically close to the Social Democrats, caused an uproar in Germany. Its thesis is that German nationhood is threatened because too many immigrants are allowed to maintain their cultural identity. Although the book, titled Germany Does Away with Itself, was overwhelmingly condemned, its tremendous impact suggests that it touched a nerve.

Incidents like these have to be seen against the background of a long-term rearrangement of the political space in western and eastern Europe. Until recently, most European countries were dominated by two main parties that addressed the majority of the electorate: a right-of-centre party (Christian Democrat, liberal-conservative, people’s) and a left-of-centre party (socialist, social-democratic), with smaller parties (ecologists, communists) addressing a narrower electorate.

Recent electoral results in the west as well as in the east signal the gradual emergence of a different polarity. There is now one predominant centrist party that stands for global capitalism, usually with a liberal cultural agenda (for example, tolerance towards abortion, gay rights, religious and ethnic minorities). Opposing this party is an increasingly strong anti-immigrant populist party which, on its fringes, is accompanied by overtly racist neofascist groups. The best example of this is Poland where, after the disappearance of the ex-communists, the main parties are the “anti-ideological” centrist liberal party of the prime minister Donald Tusk and the conservative Christian Law and Justice party of the Kaczynski brothers. Similar tendencies are discernible in the Netherlands, Norway, Sweden and Hungary. How did we get here?

After decades of hope held out by the welfare state, when financial cuts were sold as temporary, and sustained by a promise that things would soon return to normal, we are entering a new epoch in which crisis – or, rather, a kind of economic state of emergency, with its attendant need for all sorts of austerity measures (cutting benefits, diminishing health and education services, making jobs more temporary) is permanent. Crisis is becoming a way of life.

After the disintegration of the communist regimes in 1990, we entered a new era in which the predominant form of the exercise of state power became a depoliticised expert administration and the co-ordination of interests. The only way to introduce passion into this kind of politics, the only way to actively mobilise people, is through fear: the fear of immigrants, the fear of crime, the fear of godless sexual depravity, the fear of the excessive state (with its burden of high taxation and control), the fear of ecological catastrophe, as well as the fear of harassment (political correctness is the exemplary liberal form of the politics of fear).

Such a politics always relies on the manipulation of a paranoid multitude – the frightening rallying of frightened men and women. This is why the big event of the first decade of the new millennium was when anti-immigration politics went mainstream and finally cut the umbilical cord that had connected it to far right fringe parties. From France to Germany, from Austria to Holland, in the new spirit of pride in one’s cultural and historical identity, the main parties now find it acceptable to stress that immigrants are guests who have to accommodate themselves to the cultural values that define the host society – “it is our country, love it or leave it” is the message.

Progressive liberals are, of course, horrified by such populist racism. However, a closer look reveals how their multicultural tolerance and respect of differences share with those who oppose immigration the need to keep others at a proper distance. “The others are OK, I respect them,” the liberals say, “but they must not intrude too much on my own space. The moment they do, they harass me – I fully support affirmative action, but I am in no way ready to listen to loud rap music.” What is increasingly emerging as the central human right in late-capitalist societies is the right not to be harassed, which is the right to be kept at a safe distance from others. A terrorist whose deadly plans should be prevented belongs in Guantánamo, the empty zone exempted from the rule of law; a fundamentalist ideologist should be silenced because he spreads hatred. Such people are toxic subjects who disturb my peace.

On today’s market, we find a whole series of products deprived of their malignant property: coffee without caffeine, cream without fat, beer without alcohol. And the list goes on: what about virtual sex as sex without sex? The Colin Powell doctrine of warfare with no casualties (on our side, of course) as warfare without warfare? The contemporary redefinition of politics as the art of expert administration as politics without politics? This leads us to today’s tolerant liberal multiculturalism as an experience of the Other deprived of its Otherness – the decaffeinated Other.

The mechanism of such neutralisation was best formulated back in 1938 by Robert Brasillach, the French fascist intellectual, who saw himself as a “moderate” antisemite and invented the formula of reasonable antisemitism. “We grant ourselves permission to applaud Charlie Chaplin, a half Jew, at the movies; to admire Proust, a half Jew; to applaud Yehudi Menuhin, a Jew; … We don’t want to kill anyone, we don’t want to organise any pogrom. But we also think that the best way to hinder the always unpredictable actions of instinctual antisemitism is to organise a reasonable antisemitism.”

Is this same attitude not at work in the way our governments are dealing with the “immigrant threat”? After righteously rejecting direct populist racism as “unreasonable” and unacceptable for our democratic standards, they endorse “reasonably” racist protective measures or, as today’s Brasillachs, some of them even Social Democrats, tell us: “We grant ourselves permission to applaud African and east European sportsmen, Asian doctors, Indian software programmers. We don’t want to kill anyone, we don’t want to organise any pogrom. But we also think that the best way to hinder the always unpredictable violent anti-immigrant defensive measures is to organise a reasonable anti-immigrant protection.”

This vision of the detoxification of one’s neighbour suggests a clear passage from direct barbarism to barbarism with a human face. It reveals the regression from the Christian love of one’s neighbour back to the pagan privileging of our tribe versus the barbarian Other. Even if it is cloaked as a defence of Christian values, it is itself the greatest threat to Christian legacy.

 

Link:http://www.guardian.co.uk/commentisfree/2010/oct/03/immigration-policy-roma-rightwing-europe

republished by

efes_dark

 


TΑΚΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

(Ελευθεροτυπία 23/10)

Ενώ ο Γαλλικός λαός, για άλλη μια φορά, έδειξε πώς πρέπει να αντιμετωπίζονται οι κοινοβουλευτικές «Χούντες» που αγνοούν τη λαϊκή βούληση, η δική μας Χούντα κάνει ακόμη και…εκλογικές εκστρατείες για τους δημοτικούς υποψηφίους της, ενώ τα εγκώμια και τα παράσημα από την υπερεθνική και τη ντόπια ελίτ διαδέχονται το ένα το άλλο. Και αυτό, χάρη όχι μόνο στους επαγγελματίες πολιτικούς που «τη δουλειά τους κάνουν», και τα ελεγχόμενα από τις ελίτ ΜΜΕ, αλλά κυρίως, χάρη στους εγκάθετους τoυ ΠΑΣΟΚ στα συνδικάτα που, αντίθετα με τα Γαλλικά,  ευνούχισαν όλους αυτούς του μήνες κάθε αποτελεσματική λαϊκή αντίσταση. Όμως, οι ελίτ μόνο αυτή την αντίσταση τρέμουν, όπως γίνεται φανερό και από προχθεσινό αποκαλυπτικό άρθρο των Financial Times[i] που… οικτίρει τον Γαλλικό λαό γιατί δεν έβαλε μυαλό όπως ο Ελληνικός και καταλήγει ότι μόνο αν οι αγορές χρησιμοποιήσουν ανάλογο φάρμακο όπως στην Ελλάδα, και προκαλέσουν και εκεί μια «ξαφνική» κρίση σαν τη δική μας, θα πεισθούν οι Γάλλοι για τη σοφία του Θατσερικού αποφθέγματος, που αγκάλιασε και η Χούντα του «Γιωργάκη», ότι «δεν υπάρχει εναλλακτική λύση».

Έτσι, οι ελίτ κάνουν πια ωμό το συμπέρασμά τους ότι «μόνο μια απειλή είναι αποτελεσματική» επειδή «δουλεύει» και όσον αφορά στον λαό: η απειλή χρεοκοπίας. Πράγμα που κάνει φανερό ότι αυτή τη στιγμή ή θα νικήσουν οι ελίτ και οι προνομιούχοι ή τα λαϊκά στρώματα. Μέσος δρόμος δεν υπάρχει. Στη Γαλλία, τα λαϊκά στρώματα παίζουν ρόλο μπροστάρη για όλη την Ευρώπη και αν καταφέρουν να δείξουν στις ελίτ ότι ακόμη και στη «δημοκρατία» τους δεν μπορούν να ανατρέπουν κοινωνικές κατακτήσεις δεκαετιών χωρίς να έχουν τη παραμικρή λαϊκή εξουσιοδότηση, τότε το μήνυμα της μαζικής αντίστασης,  για το οποίο τρέμουν σήμερα οι ελίτ, θα επεκταθεί παντού, ήδη φθάνοντας ακόμη και στη συντηρητική Βρετανία.

Το πρόβλημα όμως είναι ότι στο μεταξύ δημιουργούνται ποικίλες μορφές  διαστρεβλωμένης «αντίστασης», οι οποίες συνήθως αναφέρονται στα «ατομικά δικαιώματα» και ελευθερίες (την ιδεολογία της παγκοσμιοποίησης) και ποτέ στο ίδιο το σύστημα που γεννά τις απώτερες αιτίες της καταπίεσης και που άλλοτε παρέχει, ενώ άλλοτε αποσύρει, ελευθερίες και δικαιώματα ανάλογα με τις περιστάσεις και τα συμφέροντα των ελίτ που το διαφεντεύονται—πάντα για χάρη του «εθνικού συμφέροντος»! Έτσι, σήμερα λαϊκά στρώματα σε όλη την Ευρώπη στρέφονται κατά των μεταναστών αντί να στραφούν κατά των ελίτ που δημιούργησαν το πρόβλημα. Στην Ελλάδα, μάλιστα, διάφοροι θρασύδειλοι ανεγκέφαλοι καταφεύγουν και στη φυσική βία εναντίον ανυπεράσπιστων μεταναστών, ενώ οι ίδιοι «κάθονται σαν κότες» όταν η Χούντα με τα ληστρικά μέτρα της τους πετσοκόβει τις δουλειές, τους μισθούς, τις συντάξεις και τα δικαιώματά τους για «να σωθεί η Πατρίς»–δηλαδή, οι Τράπεζες που μας δάνειζαν (με το αζημίωτο βέβαια!) για να διατηρείται η αναπτυξιακή «φούσκα», που δημιούργησαν οι ίδιες ντόπιες και ξένες ελίτ! Από την άλλη μεριά, άνθρωποι του «πνεύματος και της Τέχνης» που ενώ (κατά κανόνα) δεν τολμούν, όχι να ηγηθούν παλλαϊκού αγώνα κατά της Χούντας, αλλά ούτε καν να κόψουν κάθε είδους σχέση με τα μέλη της και τους επαγγελματίες πολιτικάντηδες και παρατρεχάμενους που την στηρίζουν, δεν έχουν δισταγμό να γίνουν ηρωικοί μπροστάρηδες σε αγώνες για την… υπεράσπιση του  ιερού τους δικαιώματος να καπνίζουν «όπου γουστάρουν» για να μην καταπιέζεται η «ελευθερία» τους…

Αλλά, εάν η Χούντα στην Ελλάδα κατάφερε με την αποφασιστική βοήθεια των εγκαθέτων της στα συνδικάτα να «σαλαμοποιήσει» και να αδρανοποιήσει το κίνημα κατά των ληστρικών μέτρων, υπάρχει ένα κίνημα που ιστορικά δεν ήταν ελέγξιμο από κομματικούς εγκαθέτους, όπως το έδειξε επανειλημμένα σε ολόκληρη τη μεταπολεμική περίοδο και τελευταία τον Δεκέμβρη του 2008: το φοιτητικό και μαθητικό κίνημα, το οποίο σήμερα θα μπορούσε να παίξει τον ίδιο ρόλο καταλύτη όπως και παλαιότερα. Ιδιαίτερα όταν η Χούντα προχωρά ακάθεκτη σε άλλη μια από τις «τομές» της που, όπως όλες οι άλλες, έχει πραγματικό στόχο την πλήρη «αγοραιοποίηση» της παιδείας. Δηλαδή, στη δημιουργία μιας εσωτερικής αγοράς σε αυτή και την σύνδεση της γνώσης και της έρευνας με τα ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια της αγοράς, αναιρώντας ουσιαστικά τον ίδιο τον χαρακτήρα της παιδείας σαν «κοινού αγαθού» που έχει στόχο την ίδια τη γνώση και την έρευνα, αλλά και το γενικό συμφέρον. Και, φυσικά, ούτε το γενικό συμφέρον ούτε η γνώση και η έρευνα έχουν καμιά σχέση με τον «μπεζαχτά» των δυνάμεων της αγοράς και τις «μπίζνες» που, σύμφωνα με τον Νόμο-Πλαίσιο, θα είναι τυπικά και ουσιαστικά το απώτατο κριτήριο για την αξιολόγηση των διδακτικών και ερευνητικών προγραμμάτων…

[i] Gideon Rachman, “Defiant France ignores the abyss,” Financial Times, 18/10/2010

Link: http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/

αναδημοσίευση

efes_dark